Πώς να καταλάβεις ότι είναι ώρα να αφήσεις το τιμόνι -Νέα έρευνα βάζει τέλος στην οδήγηση από 70χρόνους
Η συζήτηση για την απαγόρευση οδήγησης στους ηλικιωμένους επανέρχεται στο προσκήνιο, με μια νέα έρευνα να επιχειρεί να αποσαφηνίσει πότε οι οδηγοί θα πρέπει να εγκαταλείπουν οριστικά το τιμόνι.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα του από ποια ηλικία και μετά κρίνεται ως απαραίτητo το να εγκαταλείψει κανείς οριστικά την οδήγηση, αξιοποιώντας πραγματικά δεδομένα καθώς και προσωπικές εμπειρίες ηλικιωμένων οδηγών.
Η συγκεκριμένη μελέτη πραγματοποιήθηκε στην Ισπανία από τη Fundación Mapfre, σε συνεργασία με το Νοσοκομείο Santa Creu i Sant Pau της Βαρκελώνης και βασίστηκε σε συνεντεύξεις 50 ηλικιωμένων που είχαν διακόψει την οδήγηση τα τελευταία πέντε χρόνια και παρακολουθούνταν σε μονάδα μνήμης νοσοκομείου, καθώς και στις εμπειρίες των οικογενειακών προσώπων τους.
BUY NOW
Στόχος της μελέτης ήταν να αναλυθούν οι γνωστικές διαταραχές ή άλλες σχετικές παθήσεις και ο τρόπος με τον οποίο αυτές συνδέονται με την ικανότητα οδήγησης και την ανάγκη διακοπής της. Παράλληλα, εξετάστηκαν και οι λόγοι που οδηγούν ένα άτομο στην απόφαση να σταματήσει να οδηγεί και πως φτάνει σε αυτή την επιλογή.
Σε αυτό το πλαίσιο, βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι περισσότεροι οδηγοί τείνουν να σταματούν να οδηγούν όταν φτάνουν στην ηλικία μεταξύ 76 και 80 ετών, με τον μέσο όρο να διαμορφώνεται στα 75,5 έτη. Η ηλικία αυτή είναι ελαφρώς υψηλότερη για τους άνδρες και χαμηλότερη για τις γυναίκες.
Ως προς τους λόγους που αποφασίζουν να αποσυρθούν από τους δρόμους, η γνωστική έκπτωση καταδεικνύεται ως ο κύριος λόγος στο 61% των περιπτώσεων, χωρίς όμως να αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα.
Πιο συγκεκριμένα, ένα ποσοστό της τάξεως του 45% των οδηγών σταματούν επειδή η οικογένεια και τα κοντινά τους πρόσωπα τους το ζητούν για λόγους ασφαλείας, αφού, όπως καταδεικνύει η έρευνα, σε αρκετές περιπτώσεις οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην οδήγηση.
Τα ευρήματα έδειξαν πως όταν η απόφαση λαμβάνεται με προτροπή της οικογένειας, το 74% των περιπτώσεων οφείλεται σε γνωστικά προβλήματα, οδηγικές αδυναμίες και επιβαρυμένη φυσική κατάσταση, ενώ μεταξύ των αιτιών που οδηγούν στην οριστική διακοπή της οδήγησης συγκαταλέγονται επίσης τα ιατρικά προβλήματα (41%), προβλήματα μνήμης (36%), δυσκολίες στον χειρισμό του οχήματος (32%) και διάγνωση άνοιας (23%).
Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης και στο χρονικό διάστημα προσαρμογής, δηλαδή την χρονική περιόδο από τη στιγμή που λαμβάνεται η απόφαση έως την οριστική διακοπή της οδήγησης, η οποία κατά μέσο όρο διαμορφώνεται στο ένα έτος, αν και αυτό εξαρτάται από το πόσο έτοιμος είναι κάποιος να αφήσει την οδήγηση και ουσιαστικά την ανεξαρτησία του, άλλα και το κατά πόσο οι συνθήκες γύρω του το επιτρέπουν.
Για παράδειγμα, η έρευνα δείχνει ότι η ποιότητα των συγκοινωνιών, καθώς και το επίπεδο επαφής με την οικογένεια και η στήριξη που λαμβάνει για την κάλυψη βασικών αναγκών μετακίνησης, όπως ψώνια ή επισκέψεις σε γιατρούς, συνδέονται άμεσα με το πόσο εύκολα μπορεί να λάβει την απόφαση να σταματήσει να οδηγεί.
Τέλος, ένα ακόμη σημαντικό εύρημα που αφορά την υγεία των ηλικιωμένων είναι ότι τέσσερις στους δέκα από όσους σταματούν την οδήγηση αναφέρουν βελτίωση της γνωστικής τους λειτουργίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η απομάκρυνση από ένα απαιτητικό και στρεσογόνο περιβάλλον μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο.