Μια πόλη 3,2 εκατ. κατοίκων έβγαλε τις κάμερες ταχύτητες από τους δρόμους -Τι ακολούθησε

Κάμερα διαχείρισης κυκλοφορίας

H εν λόγω πόλη αποφάσισε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που επιλέγουν οι περισσότερες, αφαιρώντας τις κάμερες ελέγχους ταχύτητας από τους δρόμους και τεστάροντας στην πράξη κατά πόσο βελτιώνουν την ασφάλεια.

Τα τελευταία χρόνια η επιτήρηση των δρόμων μέσω καμερών έχει εξελιχθεί σε μία από τις βασικότερες στρατηγικές για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας, με όλο και περισσότερες χώρες να επενδύουν σε αυτόματα συστήματα καταγραφής παραβάσεων, έχοντας ως στόχο τη μείωση των παρανόμων συμπεριφορών και των σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων.

Φυσικά, η ίδια τάση ακολουθείται, όπως γνωρίζουμε καλά πλέον, και στην Ελλάδα, όπου το δίκτυο καμερών επεκτείνεται συνεχώς, τόσο σε μεγάλες διασταυρώσεις της Αθήνα όσο και σε σημεία όπου έχουν καταγραφεί αυξημένα περιστατικά πρακτικών υπερβολικής ταχύτητας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Παρά το γεγονός πως στην Ευρώπη η έννοια της επιτήρησης αποτελεί πλέον μια βασική τάση που βλέπουμε συνεχώς, στην άλλη πλευρά του πλανήτη υπάρχουν πόλεις που φαίνεται να επανεξετάζουν την αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Τορόντο του Καναδά, η μεγαλύτερη πόλη της χώρας με περισσότερους από 3,2 εκατομμύρια κατοίκους, η οποία από το 2022 είχε προχωρήσει σε μια εκστρατεία μαζικής εγκατάστασης καμερών ταχύτητας σε όλους τους κομβικούς και πολυάσχολους κόμβους της πόλης.

Τρεισήμισι χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του 2025, το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική στρατηγική, αφαιρώντας μεγάλο μέρος των καμερών και δημοσιεύοντας στη συνέχεια τα πρώτα στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις της απόφασης στην οδηγική συμπεριφορά.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, λοιπόν, που έδωσε πρόσφατα η πόλη, στα 101 από τα 104 σημεία όπου αφαιρέθηκαν οι κάμερες καταγράφηκε αύξηση των παραβάσεων υπερβολικής ταχύτητας. Σε ορισμένες μάλιστα κατηγορίες, οι υπερβάσεις εμφανίζονται αυξημένες κατά 380% έως και 480%.

Παρά το γεγονός πως τα εν λόγω στοιχεία δείχνουν μια ιδιαίτερα τρομακτική εξέλιξη, μια πιο λεπτομερή ανάλυση της εικόνας δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα. Και αυτό γιατί η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση που σημειώθηκε αφορά τους οδηγούς που κινούνταν με τουλάχιστον 16 χλμ./ώρα πάνω από το όριο, σε δρόμους όπου το επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χλμ./ώρα ή υψηλότερο.

Όταν λειτουργούσαν οι κάμερες, η συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχούσε μόλις στο 0,5% του συνολικού αριθμού των οχημάτων, ενώ μετά την απομάκρυνσή τους, το ποσοστό αυξήθηκε στο 2,9%.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, λοιπόν, τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αύξησης δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε μαζική αλλαγή της οδηγικής συμπεριφοράς, αλλά προκύπτουν επειδή η αρχική βάση ήταν εξαιρετικά μικρή, με τους οδηγούς πλέον να κινούνται σε πιο φυσιολογικές ταχύτητες, κυρίως, όπως έδειξαν τα στοιχεία, τις νυχτερινές ώρες που οι δρόμοι είναι πιο άδειοι.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το στοιχείο που αφορά τη μέση ταχύτητα κίνησης. Παρά την αφαίρεση των καμερών, η πραγματική μέση αύξηση της ταχύτητας στους συγκεκριμένους δρόμους ήταν μόλις 4,8 χλμ./ώρα.

Πρόκειται φυσικά για μια μεταβολή που δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα, καθώς πολλές διεθνείς έρευνες έχουν αποδείξει ότι ακόμη και μικρές αυξήσεις της ταχύτητας επηρεάζουν τόσο την απόσταση ακινητοποίησης όσο και τη σοβαρότητα ενός τροχαίου ατυχήματος. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εικόνα απέχει αρκετά από αυτό που αφήνουν να εννοηθούν τα εντυπωσιακά ποσοστά της αύξησης των παραβάσεων.

Όσον αφορά τώρα το σημαντικότερο στατιστικό που μας έδωσε το «πείραμα» του Τορόντο, κατά το πρώτο εξάμηνο μετά την απομάκρυνση των καμερών σημειώθηκαν συνολικά 25 τροχαία δυστυχήματα στους συγκεκριμένους δρόμους.

Ο αριθμός αυτός ήταν ακριβώς ο ίδιος με εκείνον που είχε καταγραφεί κατά το πρώτο εξάμηνο λειτουργίας των καμερών ταχύτητας, όταν δηλαδή οι οδηγοί ήταν ιδιαίτερα υποψιασμένοι για την τοποθέτηση των καμερών και έκαναν ενεργή προσπάθεια για να μην πιαστούν σε κάποια παράβαση από τις κάμερες και τα τροχαία θα έπρεπε θεωρητικά να μειωθούν σημαντικά.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Φυσικά, η παραπάνω ένδειξη δημιούργησε αρκετούς κύκλους συζητήσεων σχετικά με το κατά πόσο η παρουσία καμερών επηρεάζει τελικά τον αριθμό των σοβαρών τροχαίων, καθώς και αν η παρουσία τους βοηθάει πλήρως την ασφάλεια ή τη ροή της κυκλοφορίας, με τους οδηγούς να είναι πιο συνετοί στα σημεία που γνωρίζουν ότι επιτηρούνται και έπειτα να επιταχύνουν ασυνείδητα στα σημεία που δεν υπάρχουν κάμερες.

Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί τόνισα πως τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν ακόμη σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα και δεν επαρκούν για ασφαλή συμπεράσματα, με τους περισσότερους να συμφωνούν ότι θα απαιτηθεί παραπάνω παρακολούθηση ώστε να διαπιστωθεί σίγουρα αν η επίδραση που έχει η παρουσία καμερών στα πραγματικά επίπεδα ασφάλειας είναι υπολογίσιμη.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ