Πρώτη δοκιμή: Νέο Volkswagen T-Roc 1,5 eTSI 116 PS
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΩΤΣΙΟΠΟΥΛΟΣ / PHOTOS: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΟΣ
Στη δεύτερη γενιά του το γερμανικό SUV μεγάλωσε και βελτιώθηκε σημαντικά σε όλους τους τομείς, αποκτώντας έναν πιο ώριμο και ολοκληρομένο χαρακτήρα που το ανεβάζει επίπεδο.
Το Volkswagen T-Roc ήταν ένα από τα μοντέλα που «διάβασαν» σωστά την εποχή και τις ανάγκες του κοινού, βρίσκοντας τον δικό χώρο ανάμεσα στο T-Cross και στο Tiguan. Από το 2017 μέχρι σήμερα, περισσότερα από δύο εκατομμύρια αυτοκίνητα έχουν βγει στους δρόμους, επιβεβαιώνοντας ότι η συνταγή των μαζεμένων διαστάσεων με premium φιλοσοφία και καθημερινή χρηστικότητα βρήκε κοινό, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα.
Η δεύτερη γενιά του T-Roc δεν έρχεται απλώς για να συνεχίσει αυτή την πορεία, αλλά για να την εξελίξει. Πιο ώριμο σε σχεδίαση, πιο «γεμάτο» σε αίσθηση και με ξεκάθαρα αναβαθμισμένη εικόνα στο εσωτερικό και στα συστήματα τεχνολογίας του, το νέο μοντέλο δείχνει ότι η Volkswagen θέλει να το απομακρύνει λίγο από τη στενή ταμπέλα του μικρού SUV και να το φέρει πιο κοντά στην έννοια ενός ολοκληρωμένου οικογενειακού.
BUY NOW
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πλέον πατάει πάνω στη νεότερη και μεγαλύτερη εκδοχή της πλατφόρμας MQB Evo, η οποία προσφέρει καλύτερους χώρους, περισσότερες τεχνολογίες και αυξημένη χρήση ανακυκλωμένων υλικών, ενώ συνεχίζει να κατασκευάζεται στην Πορτογαλία, στο εργοστάσιο AutoEuropa στη Setúbal, ένα από τα πιο προηγμένα εργοστάσια του ομίλου παγκοσμίως και φυσικά εντός Ευρώπης.
Την πρώτη μας επαφή με το νέο T-Roc την είχαμε στην Πορτογαλία, οδηγώντας την έκδοση των 150 ίππων που ανέδειξε τον πιο δυναμικό του χαρακτήρα. Τώρα, στην Ελλάδα, βρισκόμαστε πίσω από το τιμόνι της πιο «γήινης» εκδοχής, αυτής με τους 116 ίππους και αποκλειστικά με το αυτόματο κιβώτιο DSG.
Πρόκειται για την έκδοση που δένει πιο αρμονικά με το προφίλ της χώρας μας και τις απαιτήσεις των περισσότερων οδηγών, και εκείνη που θα κληθεί από την πλειοψηφία να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της πόλης, του ταξιδιού και του καθημερινού προγράμματος, όπου και κρίνεται στην πράξη κάθε σύγχρονο SUV.
Στα χωράφια της πάνω κατηγορίας
Εξωτερικά, το νέο T-Roc δεν προσπαθεί να τραβήξει τα βλέμματα ή να τονίσει το νεανικό του στοιχείο με υπερβολές, αλλά διαθέτει μια πιο ώριμη και καθαρή σχεδίαση που δείχνει ξεκάθαρα την εξέλιξη του μοντέλου, ακολουθώντας την πιο πρόσφατη σχεδιαστική ταυτότητα της μάρκας που είδαμε σε Tiguan, Tayron και ID.7.
Ταυτόχρονα έχει μεγαλώσει, με το αμάξωμα να έχει πλέον μήκος 4,37 μέτρα, περίπου 12 εκατοστά περισσότερο από την προηγούμενη γενιά και να μπαίνει στα χωράφια των C-SUV, ενώ το πλάτος και το ύψος φτάνουν τα 1.828 και 1.573 χιλιοστά αντίστοιχα.
Παράλληλα, είναι πιο αεροδυναμικό, με συντελεστή Cd 0,29, περίπου 10% χαμηλότερο από πριν, στοιχείο που δεν παίζει ρόλο μόνο στην κατανάλωση και στον θόρυβο στο ταξίδι, αλλά και στη συνολικά πιο σύγχρονη εικόνα του αμαξώματος.
Το εμπρός μέρος δείχνει πιο δυναμικό, με τη μεγαλύτερη γρίλια, τα λεπτότερα φωτιστικά σώματα και τη φωτεινή λωρίδα που τα ενώνει να ακολουθούν τις σχεδιαστικές νόρμες της εποχής, προσφέροντας ξεχωριστή ταυτότητα, ειδικά τη νύχτα, ενώ στις πλουσιότερες εκδόσεις, το φωτιζόμενο λογότυπο προσθέτει μια διακριτική premium πινελιά .
Στο πλάι, η γραμμή της οροφής έχει πιο έντονη κλίση, κάνοντας το T-Roc να δείχνει πιο δυναμικό χωρίς να θυσιάζεται η χρηστικότητα, ενώ οι τονισμένοι θόλοι και τα μαρσπιέ του δίνουν ένα πιο περιπετειώδες παρουσιαστικό, τη στιγμή που οι ζάντες 18 ιντσών της δοκιμής (έως 20 στον προαιρετικό εξοπλισμό) γεμίζουν σωστά το μάτι. Στο πίσω μέρος, η φωτεινή μπάρα που ενώνει τα LED φώτα και η πιο έντονα κεκλιμένη πόρτα του χώρου αποσκευών ολοκληρώνουν το πιο premium προφίλ της δεύτερης γενιάς.
Ποιοτική και τεχνολογική αναβάθμιση
Το εσωτερικό είναι εκεί όπου φαίνεται περισσότερο η ωρίμανση της δεύτερης γενιάς, αφού μπαίνοντας στην καμπίνα καταλαβαίνεις άμεσα τη διαφορά σε σχέση με πριν. Η σχεδίαση του ταμπλό είναι πιο minimal και οριζόντια, με τα υλικά να είναι αισθητά καλύτερα σε υφή και αίσθηση, με περισσότερες μαλακές επιφάνειες εκεί που ακουμπάς καθημερινά.
Το αυτοκίνητο της δοκιμής εφοδιαζόταν με τον νέο έγχρωμο ψηφιακό πίνακα οργάνων Digital Cockpit 10 ιντσών (βασικός στην έκδοση Style), ο οποίος έχει επανασχεδιαστεί, προσφέροντας μεγαλύτερη επιφάνεια και πιο καθαρή απεικόνιση, ενώ διαθέτει και λειτουργία «black panel mode», που κρατά στην οθόνη μόνο τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες για πιο ξεκούραστη νυχτερινή οδήγηση.
Επιπλέον, για πρώτη φορά προαιρετικά υπάρχει και head-up display, στοιχείο που ενισχύει ακόμη περισσότερο τον πιο premium προσανατολισμό του μοντέλου.
Εντελώς νέο είναι και το σύστημα infotainment, με οθόνη 10,3 ιντσών στη βασική έκδοση ή 12,9 ιντσών στις πιο πλούσιες, το οποίο έχει πιο γρήγορη απόκριση και πιο λογική δομή στο μενού του. Υποστηρίζει ασύρματη συνδεσιμότητα με CarPlay και Android Auto, ενώ ενσωματώνει και το ChatGPT, δίνοντας μια πιο σύγχρονη ψηφιακή εμπειρία στην καθημερινή χρήση, με αρκετές λειτουργίες να γίνονται κι από το τιμόνι που διαθέτει φυσικά κουμπιά.
Κάτω από την οθόνη βρίσκονται φωτιζόμενα sliders για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας και της έντασης του ήχου, ενώ μπροστά από την κεντρική κονσόλα υπάρχουν δυο θύρες USB και θέση για smartphone με δυνατότητα επαγωγικής φόρτισης και ψύξη, όπου φέρει μικροσκοπικά «κανάλια» που θυμίζουν πισίνα, ένα από τα μικρά «easter eggs», που δείχνουν ότι καμία λεπτομέρεια δεν αφέθηκε στην τύχη της.
Στην κεντρική κονσόλα βρίσκεται ένας περιστροφικός διακόπτης, κληρονομιά από τα μεγαλύτερα «αδέρφια» του, που στις 2 πρώτες εξοπλιστικές έκδοσεις λειτουργεί αποκλειστικά ως ρύθμιση της έντασης του ηχοσυστήματος, το οποίο προαιρετικά μπορεί να είναι Harman Kardon, με 9 high-end ηχεία, subwoofer και 12κάναλο ενισχυτή συνολικής ισχύος 480 Watt.
Στην έκδοση Style και R-Line, ο ίδιος διακόπτης αποκτά επιπλέον ρόλους, αφού με ένα πάτημα επιτρέπει την επιλογή των οδηγικών προγραμμάτων (Eco, Comfort, Sport, Individual) και ενεργοποιεί τη λειτουργία«Atmospheres», όπου μπορούν να προσαρμοστούν ταυτόχρονα και σύμφωνα με τα θέλω του οδηγού ο ατμοσφαιρικός φωτισμός 30 χρωμάτων, η ένταση της μουσικής και ο ψηφιακός πίνακας.
Ο οδηγός κάθεται πιο ψηλά σε σχέση με τον προκάτοχό του, έχοντας καλή εποπτεία του δρόμου, με τα καθίσματα να προσφέρουν σωστή στήριξη για πολύωρη οδήγηση, ενώ στην έκδοση Style διαθέτουν και στάνταρ λειτουργία μασάζ. Παράλληλα, οι αλλαγές στις διαστάσεις έδωσαν επιπλέον «αέρα» στους πίσω επιβάτες και περισσότερο χώρο στο πορτμπαγκάζ.
Το μεταξόνιο έχει μεγαλώσει κατά 39 χιλιοστά, φτάνοντας τα 2.629 χιλιοστά, κάτι που μεταφράζεται σε περίπου 3 επιπλέον εκατοστά για τα γόνατα των πίσω επιβατών. Σε συνδυασμό με τον χώρο αποσκευών των 475 λίτρων, περίπου 30 λίτρα περισσότερα από πριν, το νέο T-Roc είναι ξεκάθαρα πιο ευρύχωρο στην καθημερινότητα και έτοιμο να καλύψει με άνεση οικογενειακές ανάγκες.
Με στόχο την χαμηλή κατανάλωση
Στο κομμάτι των κινητήρων, το T-Roc αυτή τη στιγμή προσφέρεται με τον 1.5 eTSI κινητήρα σε εκδόσεις 116 και 150 ίππων, με ήπια υβριδική τεχνολογία 48V. Ο κινητήρας λειτουργεί με κύκλο Miller, διαθέτει turbo μεταβλητής γεωμετρίας και σύστημα απενεργοποίησης κυλίνδρων, ενώ το mild hybrid σύστημα αποδίδει επιπλέον 19 ίππους και 56 Nm, συμβάλλοντας τόσο στην ομαλή λειτουργία όσο και στην οικονομία αφού επιτρέπει coasting με σβηστό κινητήρα, το οποίο δουλεύει εξαιρετικά και προσφέρει εξοικονόμηση καυσίμου έως και 0,5 λίτρα/100 χλμ. Αργότερα θα προστεθούν ισχυρότερες εκδόσεις, έως και 333 ίππους, τετρακίνηση, αλλά και full hybrid σύστημα.
Η έκδοση των 116 ίππων είναι η «ήρεμη» πρόταση της γκάμας, αλλά ταυτόχρονα και αυτή που ταιριάζει περισσότερο στον ρόλο του αυτοκινήτου ως καθημερινού μέσου μετακίνησης. Μπορεί να μην έχει τη σπιρτάδα και τη πιο «γεμάτη» αίσθηση της έκδοσης των 150 ίππων που οδηγήσαμε στην Πορτογαλία, αλλά έτσι κι αλλιώς οι προτεραιότητές της είναι άλλες.
Στόχος είναι η ροπή από χαμηλά, η πολιτισμένη λειτουργία και η ραφιναρισμένη συνεργασία με το 7ταχύτο αυτόματο κιβώτιο DSG, κάτι που το σύνολο το πετυχαίνει, δίνοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ότι το αυτοκίνητο δεν πιέζεται ακόμη κι όταν κινείται με πλήρες φορτίο.
Παραμένει σβέλτο, θέλοντας 10,6 δευτερόλεπτα για να ολοκληρώσει το 0-100 χλμ./ώρα, με την τελική του να φτάνει τα 196 χλμ./ώρα, επιδόσεις που μεταφράζονται σε ασφαλείς προσπεράσεις και άνετους ρυθμούς ταξιδιού στον αυτοκινητόδρομο. Επίσης η ροπή των 220 Nm, η οποία, σε σχέση με τους κινητήρες μικρότερου κυβισμού TSI, είναι πραγματικά διαθέσιμη από πιο χαμηλά, χωρίς να αφήνει «κένα» στο πάτημα του γκαζιού, βοηθάει το σύνολο να δείχνει πιο πρόθυμο απ’ ό,τι αφήνουν να εννοηθεί οι απόλυτοι αριθμοί ισχύος.
Στο κομμάτι της κατανάλωσης, η μέση τιμή που είδαμε γυροφέρνει στα 7,0 λτ./100 χλμ., απόλυτα φυσιολογικά νούμερα για την τεχνολογία του συνόλου και όχι μακριά από αυτά που ανακοινώνει η εταιρεία.
All rounder στο δρόμο
Στην πόλη, το νέο T-Roc αποδεικνύεται πιο εύκολο στη συμβίωση απ’ όσο αφήνουν να εννοηθούν οι διαστάσεις του. Ο κύκλος στροφής των 11,1 μέτρων το κάνει αρκετά ευέλικτο σε στενούς δρόμους και μανούβρες, ενώ η ανάρτηση απορροφά σωστά τις κακοτεχνίες και τις λακκούβες της ελληνικής ασφάλτου.
Η ποιότητα κύλισης είναι καλή και το αυτοκίνητο δίνει μια αίσθηση στιβαρότητας που σε κάνει να νιώθεις ότι οδηγείς κάτι μεγαλύτερο από αυτό που δείχνουν οι αριθμοί στο χαρτί. Σε αυτό συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό και η πίσω ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων, μια επιλογή που συναντάται συνήθως σε μεγαλύτερες κατηγορίες και προσφέρει πολλά οφέλη σε κράτημα και άνεση.
Σε επαρχιακό δίκτυο και σε δρόμους με στροφές, το T-Roc παραμένει προβλέψιμο και φιλικό. Το τιμόνι έχει σωστό βάρος, αν και δεν είναι το πιο επικοινωνιακό της κατηγορίας όταν αρχίσεις να πιέζεις. Δεν χαλάει τη συνολική εικόνα του αυτοκινήτου, απλώς σου θυμίζει ότι η συγκεκριμένη έκδοση έχει σχεδιαστεί πρωτίστως με γνώμονα την άνεση και την ασφάλεια, όχι τις σπορ αναζητήσεις.
Πάντως ακόμα και χωρίς τις προαιρετικές ρυθμιζόμενες αναρτήσεις DCC και με επιλεγμένο το sport mode που οξύνει τιμόνι κι απόκριση, η συνολική συμπεριφορά εμπνέει εμπιστοσύνη και σου επιτρέπει να κινηθείς αρκετά γρήγορα σε μια διαδρομή με στροφές, ειδικά αν είναι πιο ανοιχτές, ενώ τα paddles πίσω από το τιμόνι για την αλλαγή των σχέσεων είναι πολύτιμα όταν οι ρυθμοί ανεβαίνουν.
Σε αυτοκινητόδρομο, η σταθερότητα είναι από τα δυνατά του σημεία. Το T-Roc δείχνει ξεκάθαρα ταξιδιάρικη διάθεση, μεταφέροντας μια αίσθηση ασφάλειας που θυμίζει μεγαλύτερο SUV, κάτι που ενισχύεται και από τη βελτιωμένη ηχομόνωση. Σε ταξιδιωτικούς ρυθμούς, οι θόρυβοι κύλισης και αέρα περνούν φιλτραρισμένοι στο εσωτερικό, με το μόνο τη χροιά του μοτέρ να γίνεται αισθητή υπό πίεση.
Το μοντέλο σε κερδίζει και με τον τρόπο που τα συστήματα υποβοήθησης λειτουργούν στην πράξη. Το Travel Assist και το Emergency Assist παρεμβαίνουν ομαλά και προβλέψιμα, χωρίς απότομα «κοψίματα» ή αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις όπως συμβαίνει σε αρκετά μη ευρωπαϊκά μοντέλα, δίνοντας μια αίσθηση ασφάλειας που εμπνέει εμπιστοσύνη πίσω από το τιμόνι, ενώ συστήματα όπως το Exit Warning System σε προειδοποιούν όταν η προσοχή σου πάει να χαθεί στην κίνηση της πόλης.
Το Park Assist Pro, από την άλλη, λύνει πραγματικά τα χέρια στο παρκάρισμα. Εκτός από το ότι εκτελεί με ακρίβεια τους ελιγμούς, μπορεί να επαναλάβει αποθηκευμένες μανούβρες σε στενούς χώρους και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να παρκάρει ακόμη και μέσω smartphone.
Στο διά ταύτα
Το νέο Volkswagen T-Roc δεν είναι απλώς μια ανανεωμένη εκδοχή ενός επιτυχημένου μοντέλου. Στη δεύτερη γενιά του έχει μεγαλώσει ουσιαστικά και αναβαθμιστεί σε χώρους, ποιότητα, τεχνολογία και συνολική αίσθηση. Καταφέρνει, χωρίς να χάσει την επαφή του με τις ρίζες του, να είναι πιο ώριμο, όντας ένα «σκαλί» πάνω τόσο σε επίπεδο παρουσίας όσο και σε επίπεδο καθημερινής εμπειρίας.
Η έκδοση των 116 ίππων δεν υπόσχεται συγκινήσεις πίσω από το τιμόνι, ούτε απευθύνεται σε όσους αναζητούν επιδόσεις ή σπορ χαρακτήρα. Αντίθετα, ποντάρει σε αυτά που έχουν πραγματική αξία στην καθημερινότητα, όπως η άνεση, η πολιτισμένη λειτουργία, η συγκρατημένη κατανάλωση και μια συνολικά ισορροπημένη συμπεριφορά που δεν κουράζει, είτε κινείσαι εντός αστικού ιστού είτε ταξιδεύεις.
Με τιμές από 28.590 ευρώ για τους 116 ίππους και 31.390 ευρώ για τους 150 ίππους, το T-Roc τοποθετείται αντικειμενικά ψηλότερα από αρκετούς ανταγωνιστές του. Η διαφορά, όμως, είναι ότι πλέον έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τα στενά όρια των μικρών SUV, κοιτώντας ευθέως στα μάτια πιο premium και μεγαλύτερα μοντέλα και απευθύνεται σε όσους θέλουν κάτι παραπάνω από ένα απλώς B-SUV αυτοκίνητο.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Volkswagen T-Roc 1.5 eTSI 116 PS
- Κινητήρας: 1.498 κ.εκ. βενζίνη, 116 ίπποι/5.000-6.000 σ.α.λ., 220 Nm/1.500-3.000 σ.α.λ.
- Μετάδοση: αυτόματο διπλού συμπλέκτη επτά σχέσεων, στους εμπρός τροχούς
- Επιδόσεις: 10,6 δλ. 0-100 χλμ./ώρα, 197 χλμ./ώρα τελική ταχύτητα
- Κατανάλωση-Εκπομπές CO2: 5,7λτ./100 χλμ., 130 γρ./χλμ.
- Διαστάσεις (Μήκος/Πλάτος/Ύψος): 4.373/1.828/1.573 χλστ., 2.629 χλστ. μεταξόνιο
- Βάρος: 1.465 κιλά
- Χώρος αποσκευών: 475 λίτρα
- Τιμή: Από 28.590 ευρώ