Μετά από 25 ολόκληρα χρόνια το αυτοκίνητο επανέρχεται στο προσκήνιο της ελληνικής κοινωνίας, αποκτά επιτέλους μια στόχευση προς το ευρύ κοινό και είναι έτοιμο να «απαντήσει» πειστικά σε όσους το κατηγορούν ότι έχει φύγει μακριά από τις ίδιες τις ρίζες του.
Ανατρέχοντας στο πρόσφατο παρελθόν, πολλοί αναφέρονται συχνά για την περίοδο πριν το 2010 ως μια «φούσκα» της ελληνικής κοινωνίας -και στον τομέα του αυτοκινήτου. Μια ουτοπία και μια οικονομική ψευδαίσθηση, η οποία διαλύθηκε ηχηρά την περίοδο των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης του 2010 και ύστερα.
Εμείς που το ζήσαμε, ακολουθήσαμε αυτή την πορεία της αγοράς από τις αρχές του 2000 και μέχρι σήμερα, μιλούσαμε, μιλήσαμε και θα μιλάμε πάντα με αριθμούς. Με δεδομένα. Όχι με εικασίες και ανούσιες αναλύσεις.
BUY NOW
Ήταν λοιπόν η περίοδος προ κρίσης όταν οι πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων ξεπερνούσαν και -για αρκετά χρόνια- τα 250.000 αυτοκίνητα ανά έτος, ενώ εάν σε αυτά προσθέταμε τα 30.000 περίπου εισαγόμενα μεταχειρισμένα και τις πάνω από 600.000 μεταβιβάσεις εγχώριων μεταχειρισμένων (δηλαδή λίγο πιο πάνω από 300.000 πωλήσεις γιατί ένα μεταχειρισμένο σε έμπορο μεταβιβάζεται δύο φορές ή και περισσότερες ανά έτος), φθάναμε σε ένα νούμερο σχεδόν 600.000 αυτοκινήτων που παραδίδονταν κάθε χρόνο στο νέο τους κάτοχο στη χώρα μας.
Το νούμερο αυτό με βάση τα σημερινά δεδομένα δείχνει εξωπραγματικό, ωστόσο ήταν η απτή πραγματικότητα της οικονομίας μιας ολόκληρης κοινωνίας, που αντικατόπτριζε το πώς πορευόταν η χώρα, αφού μην ξεχνάτε ότι το αυτοκίνητο είναι ένα από τα ακριβότερα προϊόντα που μπορείς να αποκτήσεις, πρέπει να συντηρήσεις και γενικότερα, να το «πληρώνεις» σε κάθε του κίνηση/μεταβίβαση, φέροντας πολλαπλά οικονομικά οφέλη στο ίδιο το κράτος.
Από το 2010 και μετά όλα βέβαια άλλαξαν. Οι ίδιοι 10.000.000 κάτοικοι μιας χώρας που πριν αγόραζαν ή ξαναγόραζαν ως μεταχειρισμένο ένα από τα 600.000 επιβατικά αυτοκίνητα κάθε χρονιάς, με μεγάλη δυσκολία κατάφεραν να αγοράσουν σχεδόν 100.000 αυτοκίνητα (καινούργια, εγχώρια μεταχειρισμένα, εισαγωγής) την «μαύρη» περίοδο του 2012-2013 και να φθάσουν το 2019, το έτος πριν μιας ακόμη κρίσης αυτή τη φορά υγιεινομικής, να αγοράσουν σχεδόν 300.000 αυτοκίνητα χωρίς ουδέποτε να ακουμπήσουν καν τα νούμερα της προ οικονομικής κρίσης εποχής.
Τα χρόνια του κορωνοϊού και κυρίως την τριετία 2020-2023 τα lockdowns και τα προβλήματα στην παγκόσμια παραγωγή οχημάτων οδήγησαν τις πωλήσεις και πάλι χαμηλά, με το πρόβλημα να εντοπίζεται και στη ραγδαία αύξηση των τιμών των αυτοκινήτων, καινούργιων και μεταχειρισμένων, τα οποία έγιναν ένα προϊόν δυσπρόσιτο στο ευρύ κοινό και δύσκολο να αποκτηθεί, ειδικά σε αγορές όπως η χώρα μας με μικρότερη αγοραστική δυναμική από ό,τι οι υπόλοιπες της Ε.Ε.
Από το 2024 και μετά ξεκίνησαν τα πράγματα να αλλάζουν. Πολύ διστακτικά βέβαια, και με την αργή διόρθωση όλων των στρεβλών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν στην αγορά αυτοκίνητου, τόσο σε ό,τι αφορά στο παγκόσμιο πρόβλημα της παραγωγής αυτοκινήτων, όσο και στην αγοραστική δυναμική του Έλληνα πολίτη που είπαμε πριν.
Αυτή, με κάποια δεδομένα βελτιώθηκε χωρίς να φθάσει βέβαια στη δυναμική της προ κρίσης εποχής, ενώ αντίστοιχα οι τιμές των αυτοκίνητων άρχισαν να μειώνονται και να έρχονται πιο κοντά στην πραγματική οικονομική δυνατότητα αγοράς όλο και περισσοτέρων ανθρώπων.
Το τελευταίο κομμάτι είναι και το πιο σημαντικό, αφού πλέον είναι δεδομένη η στόχευση των ίδιων των πωλητών αυτοκινήτων προς τους περίφημους αγοραστές λιανικής της χώρας μας (δηλ. τους ιδιώτες), ενός «κοιμώμενου γίγαντα» της οικονομίας μας, που διψά για να αποκτήσει ένα σύγχρονο, άνετο και ασφαλές αυτοκίνητο για αυτόν και την οικογένειά του.
Όπως είπαμε και στο ξεκίνημα εμείς μιλάμε εδώ με αριθμούς και δεδομένα, τα οποία σε αυτή ακριβώς την περίπτωση λένε ότι ο μέσος όρος ηλικίας των επιβατικών οχημάτων που κυκλοφορούν στη χώρα μας έχει φθάσει στα 17,6 χρόνια και είναι τα περισσότερα από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με το δεδομένο ότι πάντοτε ο κύριος αγοραστής καινούργιου ή νεότερου αυτοκινήτου της Ελλάδας ήταν, είναι και θα είναι ο αγοραστής λιανικής, το να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια οι πωλήσεις των εταιρικών οχημάτων (μαζί με των rent-a-car) να αφορούν ακόμη και στο 60% της αγοράς, είναι ένα ακόμη δεδομένο που καταδεικνύει με τον πλέον πειστικό τρόπο τη μεγάλη στρέβλωση που έχει συμβεί στον κλάδο του αυτοκίνητου της χώρας μας και παράλληλα, αποκαλύπτει τη μεγάλη ανάγκη που υπάρχει από τους πολλούς για την αγορά ενός σύγχρονου αυτοκινήτου και την αντικατάσταση του παλαιότερου, που κάθε χρόνο φθείρεται -άρα κοστίζει, ακόμη περισσότερο.
Πώς όμως αυτός ο πολύ υψηλός δείκτης ηλικίας κυκλοφορούντων αυτοκινήτων θα μειωθεί; Πώς θα μπορέσει και πάλι ο μέσος Έλληνας πολίτης να αποκτήσει ένα αυτοκίνητο σύγχρονο για αυτόν και την οικογένειά του; Το οποίο επιπλέον -και για να βάλουμε και τα «καλά» των νορμών της Ε.Ε.- θα είναι και πιο «καθαρό» για όλους μας, με λιγότερα ή και καθόλου καυσαέρια;
Η απάντηση σε αυτό έχει να κάνει με το ξεκίνημα αυτού του άρθρου. Το αυτοκίνητο πρέπει και οφείλει να έρθει ξανά κοντά στον ίδιο τον άνθρωπο για τον οποίο φτιάχνεται. Πρέπει να μπορέσει να γίνει και πάλι μια απτή πραγματικότητα για τους πολλούς ή τουλάχιστον για αυτούς που πραγματικά το χρειάζονται.
Ήδη και διστακτικά αρχικά το 2024, λίγο πιο αισιόδοξα το 2025 και με το 2026 να έχει μπει ήδη σε μια νέα πολιτική, βλέπουμε και μιλώντας συνεχώς με τους ανθρώπους-κλειδιά της αγοράς μας, η στόχευση ακριβώς προς το ευρύ κοινό να είναι πλέον το σημαντικότερο θέμα της ατζέντας τους.
Είναι άλλωστε και μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος για το αυτοκίνητο. Στην Ευρώπη και πλέον και στην Ελλάδα, εισέρχονται συνεχώς νέες μάρκες αυτοκινήτων, νέες εταιρείες που δημιουργούν άκρως ενδιαφέροντα προϊόντα και οι οποίες αυξάνουν τον ανταγωνισμό έναντι των καθιερωμένων και γνωστών σε όλους μας μαρκών.
Τα νούμερα των ταξινομήσεων καινούργιων αυτοκινήτων έδειξαν ότι το 2025 πούλησαν έστω και 1 καινούργιο αυτοκίνητο στην Ελλάδα 68 διαφορετικές μάρκες αυτοκινήτων, σημειώνοντας έτσι ένα νέο ρεκόρ για την ιστορία του αυτοκινήτου στη χώρα μας.
Το 2026 είναι δεδομένο ότι το νούμερο αυτό θα ξεπεράσει τις 70 μάρκες, αφού αναμένουμε τουλάχιστον άλλες 3 νέες εταιρείες να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.
Τι δημιούργησε λοιπόν ο νέος αυτός ανταγωνισμός; Το κυριότερο από όλα, πτώση τιμών. Παρατηρήθηκε για πρώτη φορά και κυρίως, τόσο μαζικά, οι περισσότεροι εισαγωγείς αυτοκινήτων και στο πλαίσιο της προσέλκυσης νέων αγοραστών, να μειώνουν τις τιμές των οχημάτων τους και να τις φέρνουν πλέον σε ένα επίπεδο σαφώς πιο προσιτό και προσβάσιμο σε περισσότερους.
Επιπλέον αυτού υπήρξαν αρκετές νέες αφίξεις οχημάτων που ήρθαν σε πολύ καλές τιμές, χαμηλότερες των 20.000 ευρώ, ενός εύρους δηλαδή το οποίο πάντοτε αποτελεί για την αγορά της χώρας μας το κύριο πεδίο απόκτησης ενός καινούργιου αυτοκινήτου από τους περισσότερους υποψήφιους αγοραστές.
Σε αυτό το δεδομένο, οι αγοραστές αντέδρασαν. Για πρώτη φορά και μετά από 16 χρόνια οι πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων το 2025 ξεπέρασαν τα 140.000 οχήματα και -χωρίς βέβαια σε καμία περίπτωση να φθάνουν στα δεδομένα της προ οικονομικής κρίσης εποχής- έδειξαν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σταδιακά προς μια κανονικότητα ή αλλιώς μια ισορροπία μεταξύ του «θέλω» και του «μπορώ».
Εδώ, θα πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση για να μην υπάρχουν παρανοήσεις. Η κανονικότητα αυτή σε επίπεδο αριθμών και όπως συμφωνείται από όλους τους αναλυτές της αγοράς, δεν είναι αυτή των 270.000 ετήσιων καινούργιων αυτοκινήτων του 2007 ή του 2008. Η κανονικότητα με βάση τα σημερινά παγκόσμια δεδομένα για μια χώρα οικονομικά ισορροπημένη του Ευρωπαϊκού Νότου με τον πληθυσμό της Ελλάδας θα πρέπει να είναι τα 190.000 με 200.000 αυτοκίνητα ανά έτος κάτι που φυσικά, ακόμη δεν έχει επιτευχθεί στη χώρα μας.
Γυρίζοντας λοιπόν στο παρόν και με το 2026 να έχει ήδη ξεκινήσει, η χρονιά αυτή είναι κομβική για την πορεία του αυτοκινήτου στη χώρα μας. Με το δεδομένο πάντα βέβαια ότι δεν θα έχουμε κάποιους είδους οικονομική, υγιειονομική ή κοινωνική κρίση στην Ελλάδα -κάτι που σήμερα δεν διαφαίνεται.
Το 2026 ο ανταγωνισμός που έχει ξεκινήσει ήδη, θα κορυφωθεί. Οι νέες μάρκες που ήρθαν το 2025 -12 παρακαλώ ή αλλιώς το 18% της αγοράς- έστησαν τα δίκτυά τους, φέρνουν συνεχώς νέα αυτοκίνητα διευρύνοντας την γκάμα τους και είναι πλέον έτοιμες να ριχτούν δυναμικά στο παιχνίδι του ανταγωνισμού. Την ίδια στιγμή, οι γνωστοί μας «παίχτες» της αγοράς απαντούν με όλο και περισσότερες προσφορές, αλλάζουν και ενισχύουν και οι ίδιοι το πορτφόλιο των προϊόντων τους και είναι έτοιμοι να απαντήσουν σε αυτό τον ανταγωνισμό με τον πλέον πειστικό τρόπο.
Όπως γράφουμε εδώ και πολλά χρόνια, ο ανταγωνισμός αυτός τον μόνο που ωφελεί είναι ο ίδιος ο αγοραστής του αυτοκινήτου, ο ιδιώτης που αναφέραμε πιο πριν, ο οποίος θα μπορέσει να αποκτήσει το καινούργιο ή νεότερο αυτοκίνητο που επιθυμεί με όρους και προϋποθέσεις που ο ίδιος θα θέσει ώστε τελικά να το αποκτήσει.
Για πρώτη φορά και μετά από πολλά-πολλά χρόνια βλέπουμε να υπάρχει ένας αναβρασμός στην αγορά, ένας πραγματικός πόλεμος προσπαθειών και επενδύσεων από όλα τα στελέχη της προς την προσέλκυση υποψήφιων αγοραστών, με το προσόν βέβαια ότι και οι ίδιοι οι κατασκευαστές, τα περίφημα «εργοστάσια» που αναφέρουμε συχνά, να έχουν καταλάβει αυτή την ανάγκη και να την υποστηρίζουν με τον καλύτερο τρόπο προς τους ίδιους τους συνεργάτες τους.
Άλλωστε, είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα καινούργια αυτοκίνητα που προσφέρονται αυτή τη στιγμή, είναι τα καλύτερα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι τα ασφαλέστερα σε ενεργητική και παθητική ασφάλεια -μακράν των υπολοίπων, είναι τα πιο «καθαρά» σε ρύπους και είναι και τα πιο άνετα σε οδήγηση και «διαμονή» των επιβατών τους.
Το μόνο λοιπόν που μένει είναι να μπορέσουν να τα αποκτήσουν οι άνθρωποι που τα χρειάζονται. Ή αλλιώς και για να επανέλθουμε στους αριθμούς, η τελευταία στη λίστα του μέσου όρου της ηλικίας των αυτοκινήτων της Ελλάδα να μπορέσει να ανέβει πιο ψηλά και να έλθει πιο κοντά σε αυτό που συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Σημειώστε εδώ ότι ο μέσος όρος ηλικίας είναι 12,7 έτη, ένα νούμερο που δεν είναι ουτοπικό να επιτευχθεί και στη χώρα μας.
Το αν θα χρειαστεί μια βοήθεια εδώ από τη πολιτεία, με την επαναφορά κάποιων μέτρων του παρελθόντος όπως η απόσυρση, δεν είναι θέμα αυτού του άρθρου να αναλύσουμε, αν και ως μια μικρή επισήμανση πρέπει να αναφέρουμε ότι σίγουρα ένα τέτοιο μέτρο θα βοηθούσε τον κάθε αγοραστή ενός νέου αυτοκινήτου.
Εμείς μένουμε σε αυτό που είπαμε και πριν και καταλήγουμε στο ότι το 2026 θα είναι σίγουρα η χρονιά του αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Μια χρονιά με πολύ ανταγωνισμό, πολλές νέες ευκαιρίες για όλους όσοι θέλουν να αποκτήσουν ένα καινούργιο αυτοκίνητο και επίσης, μια χρονιά που θα βάλει γερά θεμέλια ανάπτυξης -ορθής και πραγματικής- ενός κλάδου που «χτυπήθηκε» πολύ όλα αυτά τα χρόνια στη χώρα μας και όχι μόνο.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ