Η καθημερινή οδήγηση απαιτεί άμεσες αποφάσεις και διαρκή εγρήγορση, με έναν απλό αλλά κρίσιμο κανόνα να καθορίζει συχνά τη διαφορά ανάμεσα στην ασφάλεια και τον κίνδυνο.
Για τους περισσότερους οδηγούς, η μετακίνηση με αυτοκίνητο αποτελεί ρουτίνα, με τις διαδρομές προς την εργασία, τις υποχρεώσεις ή τις δραστηριότητες αναψυχής να εκτελούνται σχεδόν μηχανικά.
Αυτό συμβαίνει η απόκτηση εμπειρίας σε μια δεξιότητα δημιουργεί με την πάροδο του χρόνου αυτοματισμούς, δηλαδή ενέργειες που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε από ένα σημείο και μετά να πραγματοποιούνται χωρίς ιδιαίτερη συνειδητή σκέψη.
BUY NOW
Ωστόσο, αυτή η αίσθηση εξοικείωσης μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε εφησυχασμό και μείωση της προσοχής, στοιχείο που βρίσκεται πίσω από μεγάλο ποσοστό τροχαίων ατυχημάτων, όπου ο ανθρώπινος παράγοντας αποδεικνύεται καθοριστικός.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ειδικοί έχουν συγκεντρώσει μια σειρά από πρακτικές που μπορούμε να υιοθετούμε στην οδήγηση μας για να εξασφαλίσουμε ότι παραμένουμε πάντα όσο πιο ασφαλείς μπορούμε όταν βρισκόμαστε πίσω από το τιμόνι.
Μία από τις πιο απλές αλλά και πιο υποτιμημένες πρακτικές ασφάλειας είναι ο λεγόμενος κανόνας των δύο δευτερολέπτων.
Ουσιαστικά, πρόκειται για μια μέθοδο ελέγχου της απόστασης από το προπορευόμενο όχημα, με τον οδηγό να οφείλει να διατηρεί τέτοια απόσταση ώστε να μεσολαβούν τουλάχιστον δύο δευτερόλεπτα από τη στιγμή που το προπορευόμενο όχημα περνά από ένα σταθερό σημείο αναφοράς (π.χ. μια πινακίδα ή ένα δέντρο) έως τη στιγμή που θα περάσει από το ίδιο σημείο το δικό του όχημα.
Στην πράξη, η εφαρμογή του είναι εξαιρετικά εύκολη. Ο οδηγός επιλέγει ένα σταθερό σημείο στον δρόμο και, όταν το όχημα που βρίσκεται μπροστά το προσπεράσει, τότε πρέπει να μετρήσει «1101, 1102». Αν το αυτοκίνητο μας φτάσε στο ίδιο σημείο πριν ολοκληρώσουμε τη μέτρηση, τότε η απόσταση δεν είναι επαρκής και πρέπει να αφήσουμε μεγαλύτερη.
Το συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο επιτρέπει στον οδηγό να έχει τον απαραίτητο χρόνο και χώρο αντίδρασης σε περίπτωση αιφνίδιου φρεναρίσματος ή εμφάνισης απρόβλεπτου εμποδίου, μειώνοντας αισθητά τον κίνδυνο σύγκρουσης.
Η ουσία του κανόνα βρίσκεται ακριβώς στο ότι η απόσταση μετριέται σε χρόνο και όχι σε μήκος. Καθώς αυξάνεται η ταχύτητα, αυξάνεται και η απόσταση που διανύεται μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, γεγονός που σημαίνει ότι το περιθώριο ασφαλείας προσαρμόζεται αυτόματα στις συνθήκες κίνησης.
Για τον λόγο αυτό, αρκετοί ειδικοί υποστηρίζουν πως σε ορισμένες περιπτώσεις τα τρία δευτερόλεπτα αποτελούν ακόμη ασφαλέστερη επιλογή, ιδίως όταν η κυκλοφορία είναι πυκνή ή η ταχύτητα υψηλή.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι ο εν λόγω κανόνας ισχύει υπό ιδανικές συνθήκες. Σε βροχή, χιονόπτωση ή παγετό στον δρόμο, η απόσταση φρεναρίσματος αυξάνεται σημαντικά και η προσφυγή μειώνεται, με αποτέλεσμα το όχημα να χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο και χώρο για να ακινητοποιηθεί.
Σε τέτοιες συνθήκες, ο χρόνος, άρα και η απόσταση οφείλουν και αυτά με την σειρά τους να αυξάνονται, ώστε να διατηρείται επαρκές περιθώριο αντίδρασης και να αντισταθμίζεται έτσι η κατάσταση με βάση τη μειωμένη ικανότητα πέδησης.
Σημειώνεται τέλος ότι η ασφαλής απόσταση μεταξύ των οχημάτων αποτελεί και ρητή νομική υποχρέωση, όπως προβλέπεται στον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 23.
Σύμφωνα με τη διάταξη, ο οδηγός που κινείται πίσω από άλλο όχημα οφείλει να διατηρεί επαρκή απόσταση, ώστε να μπορεί να αποφύγει σύγκρουση σε περίπτωση που το προπορευόμενο μειώσει αιφνιδίως την ταχύτητά του ή ακινητοποιηθεί. Η μη συμμόρφωση με την πρόβλεψη αυτή επισύρει διοικητικό πρόστιμο ύψους 30 ευρώ.