Καθημερινό φαινόμενο αποτελούν τα μπλόκα της τροχαίας που αποσκοπούν να πιάσουν τους οδηγούς που αδιαφορούν για τους συμπολίτες του και έχουν κάνει συνήθεια τους να οδηγούν στην ΛΕΑ.
Η επιτήρηση του οδικού δικτύου έχει αναδειχθεί σε βασική προτεραιότητα της πολιτείας το τελευταίο διάστημα, με τα όργανα της Τροχαίας να έχουν εντείνει τόσο τους τυπικούς ελέγχους όσο και τη διενέργεια των οργανωμένων μπλόκων.
Σε ό,τι αφορά τα τελευταία, έχουμε δει μια στοχευμένη επιχειρησιακή προσέγγιση εκ μέρους των αστυνομικών αρχών, με παρουσία σε ευρύτερες ζώνες ενδιαφέροντος, ανάλογα με το είδος της παράβασης που επιδιώκεται να εντοπιστεί και να κατασταλεί.
BUY NOW
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε δει ενέργειες όπως η εγκατάσταση καμερών ανίχνευσης παραβίασης ερυθρού σηματοδότη σε επιλεγμένες διασταυρώσεις της Αθήνας, όπου παρατηρείται αυξημένη ταχύτητα κίνησης και συστηματική μη συμμόρφωση των οδηγών με τις ενδείξεις των φωτεινών σημάτων.
Παράλληλα και ιδίως κατά τις εορταστικές περιόδους και τα Σαββατοκύριακα, έχει ενισχυθεί η παρουσία της Τροχαίας με εκτεταμένα μπλόκα σε κεντρικές περιοχές και πέριξ χώρων νυχτερινής διασκέδασης, με τους έλεγχούς αλκοτέστ να πραγματοποιούνται μαζικά, με διαδοχική ακινητοποίηση οχημάτων και βεβαίωση παραβάσεων σε οδηγούς που επέλεξαν να οδηγήσουν παρά την κατανάλωση αλκοόλ.
Στο στόχαστρο των αρχών έχει τεθεί και η παραβίαση της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης, μια πρακτική που εξακολουθεί να καταγράφεται με συχνότητα, παρά τις σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει, αφού η κατάληψη της ΛΕΑ συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο καθυστέρησης για οχήματα άμεσης επέμβασης, όπως ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ και περιπολικά της αστυνομίας, σε περιστατικά όπου ο χρόνος ανταπόκρισης είναι κρίσιμος.
Η κίνηση στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης συνιστά σαφώς παράνομη πράξη, με τις αστυνομικές αρχές να υιοθετούν μια παρόμοια επιχειρησιακή προσέγγιση και για τη συγκεκριμένη παράβαση.
Πιο συγκεκριμένα, οι έλεγχοι επικεντρώνονται σε επιλεγμένα σημεία με αυξημένη κυκλοφοριακή επιβάρυνση, όπου παρατηρείται συστηματικά το φαινόμενο χρήσης της ΛΕΑ ως παρακαμπτήρια λωρίδα, επιχειρώντας να αποφύγουν την αναμονή στην κίνηση.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα πλέον συνηθισμένα σημεία ελέγχου στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας εντοπίζεται στην Αττική Οδό, όπου καταγράφεται καθημερινή παρουσία αστυνομικών δυνάμεων.
Ειδικότερα, οι έλεγχοι επικεντρώνονται στο τμήμα μετά τον Κόμβο Μεταμόρφωσης, σημείο στο οποίο, λόγω της λειτουργίας των διοδίων και της συμβολής με την είσοδο του Κηφισού, παρατηρείται αυξημένη κυκλοφοριακή επιβάρυνση και εκτεταμένες καθυστερήσεις σε καθημερινή βάση.
Όπως διαπιστώνουμε και από την σχετική φωτογραφία, οι αστυνομικοί τοποθετούνται σε σημείο που επιτρέπει την άμεση ακινητοποίηση οχημάτων που διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν τη νομοθεσία. Μάλιστα, η επιλογή του σημείου κρίνεται επιχειρησιακά στοχευμένη, καθώς οι δυνάμεις της Τροχαίας βρίσκονται εκτός άμεσου οπτικού πεδίου, πίσω από την καμπή του δρόμου.
Ως αποτέλεσμα, οι οδηγοί που κινούνται παράνομα στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης δεν έχουν τον απαιτούμενο χρόνο αντίδρασης για να επανέλθουν στην κανονική ροή κυκλοφορίας πριν τον έλεγχο, με τους αστυνομικούς να προχωρούν καθημερινά σε ακινητοποιήσεις οχημάτων και βεβαίωση παραβάσεων σε σημαντικό αριθμό οδηγών που κινούνται παράνομα στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης. Πολλοί είναι, επίσης, οι έλεγχοι και στο τμήμα του Κηφισού, ειδικά τις ώρες αιχμής.
Η συγκεκριμένη παράβαση μάλιστα συγκαταλέγεται μεταξύ των αυστηρότερων του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, με τις προβλεπόμενες κυρώσεις να είναι ιδιαίτερα αυξημένες.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η κίνηση στη ΛΕΑ επιφέρει πρόστιμο 150 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 30 ημέρες. Σε περίπτωση υποτροπής μέσα σε ένα έτος, οι κυρώσεις γίνονται πολύ πιο αυστηρές, με το πρόστιμο να εκτοξεύεται στα 1.000 ευρώ και την αφαίρεση διπλώματος να φτάνει τους 6 μήνες.
Πέρα όμως από τις διοικητικές κυρώσεις, υπάρχουν και σοβαρές ποινικές συνέπειες. Βάσει του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα περί επικίνδυνης οδήγησης, η παράνομη χρήση της ΛΕΑ μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ποινές φυλάκισης, εφόσον από την πράξη προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους ή περιουσίες. Σε ακραίες περιπτώσεις, όπου προκαλείται σοβαρός τραυματισμός ή θάνατος, οι ποινές μπορεί να φτάσουν μέχρι και την πολυετή κάθειρξη.