Η κατάσταση στην γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, με έναν οικονομολόγο να προειδοποιεί ότι έως το 2030 μπορεί να χαθούν ακόμη 200.000 θέσεις εργασίας.
Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα το τελευταίο διάστημα, με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της αγοράς να νιώθουν πλέον για τα καλά την πίεση και πολλές εταιρείες να δυσκολεύονται σημαντικά να προσαρμοστούν στο νέο τοπίο της αυτοκίνησης και τις νέες συνθήκες της αγοράς.
Η κατάσταση έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς οι κατασκευαστές καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα τις αλλαγές που φέρνει η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, την ώρα που η ζήτηση για αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν εξελίσσεται με τον ρυθμό που είχαν αρχικά υπολογίσει. Φυσικά, σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχει διαδραματίσει και η ευρωπαϊκή πολιτική για τη μείωση των εκπομπών και τη σταδιακή μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
BUY NOW
Την ίδια στιγμή, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία δέχεται ισχυρές πιέσεις και από τις αναδυόμενες αγορές, με την Κίνα να αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πρόκληση. Οι Κινέζοι κατασκευαστές έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στον τομέα των ηλεκτρικών και υβριδικών αυτοκινήτων, και πλέον ανταγωνίζονται όλο και πιο έντονα τις ευρωπαϊκές εταιρείες τόσο στην ίδια την Κίνα όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι οι γερμανικές εταιρείες βλέπουν τη θέση τους στην κινεζική αγορά να αποδυναμώνεται, την ώρα που οι Κινέζοι κατασκευαστές αυξάνουν την παρουσία τους στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον και με τα οικονομικά προβλήματα να έχουν κάνει ήδη αισθητή την παρουσία τους εδώ και αρκετό καιρό, οι προβλέψεις για το μέλλον της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας μοιάζουν πλέον ακόμη πιο δυσοίωνες, ιδιαίτερα για τις θέσεις εργασίας στον τομέα, που τελευταία βρίσκονται πλέον υπό αυξανόμενη πίεση.
Πιο συγκεκριμένα και όπως ανάφερε σε πρόσφατες δηλώσεις του ο οικονομολόγος Ferdinand Dudenhöffer, διευθυντής του Center for Automotive Research (CAR) στο Μπόχουμ, οι επιπτώσεις της κατάστασης αυτής έχουν ήδη κάνει την εμφάνιση τους, αφού ο αριθμός των εργαζομένων στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, ο οποίος ανερχόταν σε περίπου 830.000 το 2018, έχει ήδη υποχωρήσει κάτω από τις 700.000.
Μάλιστα, η κατάσταση αυτή αναμένεται να γίνει ακόμα χειρότερη κατά το επόμενο διάστημα καθώς η πρόβλεψή του είναι ότι έως περίπου το 2030, ο αριθμός αυτός θα περιοριστεί στους 500.000 εργαζόμενους κατά μήκος του κλάδου.
Αυτό σημαίνει πως, σύμφωνα με την εκτίμησή του, περίπου 200.000 άνθρωποι στη Γερμανία θα χάσουν τη δουλειά τους στον κλάδο του αυτοκινήτου από σήμερα έως το 2030,μια από τις μεγαλύτερες απώλειες θέσεων εργασίας που έχουν συμβεί ποτέ στον κλάδο.
Σημειώνεται πως η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη καθώς οι εργαζόμενοι δεν παραμένουν αμέτοχοι σε όλη την διαδικασία, αλλά έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν, έχοντας ήδη εκφράσει την αντίθεσή τους στις εξελίξεις, υποστηρίζοντας πως δεν θα πρέπει να επωμιστούν οι ίδιοι το βάρος αποφάσεων που ελήφθησαν σε επίπεδο διοικήσεων και στρατηγικής.
Η Γερμανία, δε, διαθέτει μακρά και ισχυρή παράδοση στον τομέα της αυτοκίνησης, με πολλές πόλεις, αλλά και μεγάλο αριθμό επαγγελματιών, να έχουν άμεση ή έμμεση σύνδεση με την αυτοκινητοβιομηχανία. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει πως μια τόσο σημαντική μείωση του εργατικού δυναμικού δεν θα επηρεάσει μόνο τις ίδιες τις εταιρείες, αλλά θα μπορούσε να έχει σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις σε ευρύτερη κλίμακα.
Ταυτόχρονα, ιδιαίτερα ισχυρή είναι και η παρουσία των συνδικαλιστικών ενώσεων στον κλάδο, οι οποίες έχουν πολυετή παρουσία και σημαντική επιρροή στον χώρο της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ως εκ τούτου, μια περαιτέρω όξυνση της αντιπαράθεσης μεταξύ εργαζομένων και διοικήσεων μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος ήδη βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές πιέσεις και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της αγοράς.
Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε πως οι κινητοποιήσεις έχουν ενταθεί το τελευταίο διάστημα, με τους εργαζομένους να ζητούν από τις διοικήσεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να τους προστατεύσουν.
Στο επίκεντρο βρίσκεται, μεταξύ άλλων, και η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, καθώς οι αλλαγές που συντελούνται στον κλάδο έχουν επηρεάσει σημαντικά τόσο την παραγωγή όσο και το εργασιακό περιβάλλον, με εργαζόμενους που παραδοσιακά εργάζονταν στον μηχανολογικό τομέα να αντικαθίστανται από εργαζόμενους που έχουν μεγαλύτερη γνώση στα ηλεκτρονικά και διαγνωστικά συστήματα, ενώ έντονη αναμένεται να είναι και η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και στην παραγωγή αυτοκινήτου κατά το επόμενο διάστημα.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως ήδη έχει γίνει λόγος για σοβαρές κινήσεις μείωσης του κόστους. Πιο συγκεκριμένα, αρκετές μεγάλες εταιρείες έχουν ήδη ανακοινώσει ότι, αν και βασικός στόχος τους παραμένει η διατήρηση των εργοστασίων τους στη χώρα, για να καταστεί αυτό εφικτό θα πρέπει να συμφωνηθούν μέτρα που θα οδηγούν σε μείωση του κόστους παραγωγής στη Γερμανία. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως έχουν ήδη προειδοποιήσει, ενδέχεται να χρειαστεί να προχωρήσουν σε πιο έντονες ενέργειες, μεταξύ των οποίων ακόμη και το κλείσιμο παραδοσιακών και μεγάλων εργοστασίων.
Την ίδια στιγμή, αρκετές εταιρείες έχουν προχωρήσει και σε άλλα μέτρα περιορισμού των δαπανών, ζητώντας από τους εργαζομένους τους να παραμένουν περισσότερες ώρες στις εγκαταστάσεις και να συνεχίζουν την εργασία τους ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του τυπικού 8ώρου. Με αυτόν τον τρόπο, οι κατασκευαστές επιδιώκουν να αυξήσουν την παραγωγική τους δυναμικότητα, χωρίς παράλληλα να χρειάζεται να προχωρήσουν σε αντίστοιχη αύξηση του εργατικού δυναμικού.