Το νέο ιαπωνικό μοντέλο βάζει ακόμη πιο δυνατά την Toyota στο παιχνίδι της ηλεκτροκίνησης, συνδυάζοντας ισχύ έως 343 ίππους, τεχνολογία αιχμής και αυτονομία που φτάνει τα 607 χλμ.
Για χρόνια η Toyota είχε επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο από πολλούς ανταγωνιστές της. Ενώ αρκετές αυτοκινητοβιομηχανίες έριχναν όλο και περισσότερο βάρος στην ηλεκτροκίνηση, οι Ιάπωνες επέμεναν κυρίως στα υβριδικά συστήματα, έναν τομέα που άλλωστε είναι πρωτοπόροι, εξελίσσοντάς τα διαρκώς.
Η αγορά όμως αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς και, καθώς η ηλεκτροκίνηση κερδίζει συνεχώς έδαφος, η Toyota δείχνει ότι πέρα από τεχνογνωσία διαθέτει και την ευελιξία να προσαρμόζεται. Χωρίς δογματισμούς, χωρίς να διστάζει να επαναξιολογήσει στρατηγικές αποφάσεις και με ιστορία άνω των τριάντα ετών στην τεχνολογία μπαταριών, μπαίνει πλέον ακόμα πιο δυναμικά και σχεδόν φυσικά στο παιχνίδι των αμιγώς ηλεκτρικών μοντέλων.
BUY NOW
Στόχος της είναι να καλύψει το χαμένο έδαφος και να προσφέρει στους καταναλωτές που την εμπιστεύονται τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα EV με το σήμα της.
Μετά το bZ4X, η ιαπωνική εταιρεία διευρύνει τη γκάμα της στην Ευρώπη με ένα νέο μοντέλο που πατά πάνω σε ένα γνώριμο όνομα, αλλά ουσιαστικά αποτελεί ένα εντελώς διαφορετικό αυτοκίνητο. Το νέο C-HR+ είναι ένα καθαρόαιμο ηλεκτρικό crossover, σχεδιασμένο εξαρχής για την εποχή των BEV. Πριν τα πρώτα αυτοκίνητα φτάσουν στη χώρα μας είχαμε την ευκαιρία να το οδηγήσουμε στην Πορτογαλία, συγκεκριμένα στο Φάρο, συνδυάζοντας πόλη, αυτοκινητόδρομο και στροφές.
Παρά την ονομασία του, το C-HR+ δεν είναι απλώς μια ηλεκτρική εκδοχή του γνωστού υβριδικού C-HR. Στην πραγματικότητα μοιράζεται ελάχιστα στοιχεία μαζί του και βασίζεται στην πλατφόρμα e-TNGA, η οποία έχει εξελιχθεί αποκλειστικά για αμιγώς ηλεκτρικά μοντέλα του ομίλου.
Πρόκειται για την ίδια αρχιτεκτονική που χρησιμοποιείται και στο bZ4X,
και επιτρέπει στο C-HR+ να διαθέτει ιδιαίτερα άκαμπτο αμάξωμα, χαμηλό κέντρο βάρους και πιο άμεση απόκριση στην οδήγηση. Παράλληλα δίνει τη δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά συστήματα κίνησης και μεγέθη μπαταριών, κάτι που εξηγεί και τις διαφορετικές εκδόσεις που προσφέρει το μοντέλο.
Σε επίπεδο διαστάσεων, το ηλεκτρικό C-HR+ είναι αισθητά μεγαλύτερο από το υβριδικό αδελφάκι του αλλά μικρότερο από το bZ4X. Το μήκος φτάνει τα 4,52 μέτρα και το μεταξόνιο τα 2.750 χλστ., στοιχεία που μεταφράζονται σε περισσότερους χώρους για τους επιβάτες και γενικότερα σε μια πιο άνετη καμπίνα.
Σχεδιαστικά, η Toyota διατήρησε το κουπέ ύφος και τη γενικότερη φιλοσοφία του γνωστού C-HR, ώστε το μοντέλο να παραμένει άμεσα αναγνωρίσιμο. Παράλληλα όμως το εξέλιξε αισθητά, προσθέτοντας πιο έντονες ακμές, φουσκωμένα φτερά και μια πιο δυναμική, σχεδόν «αιχμηρή» μάσκα, στοιχεία που δίνουν στο C-HR+ έναν πιο σύγχρονο χαρακτήρα και το κάνουν να μοιάζει περισσότερο με ηλεκτρικό crossover νέας γενιάς παρά με μια απλή ηλεκτρική εκδοχή του υπάρχοντος μοντέλου.
Η μπροστινή όψη είναι πιο «καθαρή», με λεπτά φωτιστικά σώματα και αεροδυναμικές επιφάνειες, ενώ το πίσω μέρος ακολουθεί τη λογική των fastback SUV με έντονη κλίση της οροφής, διαθέτοντας περισσότερο όγκο από το συνονόματό του, με τα φωτιστικά σώματα να ενώνονται μεταξύ τους με μια LED λωρίδα που ενισχύει ακόμα περισσότερο το πλάτος του.
Ταυτόχρονα οι κρυφές χειρολαβές των πίσω θυρών και τα στενά πλευρικά παράθυρα δίνουν στο αυτοκίνητο μια αρκετά δυναμική σιλουέτα, που ενισχύεται από τις ζάντες 20 ιντσών στις τετρακίνητες εκδόσεις και 18 ιντσών στις μπροσθιοκίνητες, με τον αεροδυναμικό του συντελεστή να βρίσκεται στα Cd 0,26.
Το εσωτερικό ακολουθεί μια ψηφιακή προσέγγιση, ενισχύοντας τον ηλεκτρικό χαρακτήρα του μοντέλου χωρίς όμως να συναντάμε θυσίες σε θέματα πρακτικότητας ή εργονομίας. Στο κέντρο του ταμπλό δεσπόζει στάνταρ μια μεγάλη οθόνη αφής 14 ιντσών που φιλοξενεί το σύστημα πολυμέσων και πλοήγησης, όπου διαθέτει ειδική λειτουργία για ηλεκτρικά οχήματα, υπολογίζοντας στάσεις φόρτισης ανάλογα με την κατάσταση της μπαταρίας και την αυτονομία που απομένει. Η απόκριση του συστήματος είναι γρήγορη και η διάταξη των μενού σχετικά εύχρηστη, κάτι που εκτιμάς στην καθημερινότητα.
Μπροστά από τον οδηγό υπάρχει ψηφιακός πίνακας οργάνων 7 ιντσών, τοποθετημένος ψηλά κοντά στη βάση του παρμπρίζ, ώστε το βλέμμα να παραμένει κοντά στον δρόμο. Ωστόσο σε ορισμένες θέσεις οδήγησης η ορατότητά του κόβεται ελαφρώς από τη στεφάνη του τιμονιού, το οποίο είναι γενικά λίγο πιο ογκώδες σχεδιαστικά από όσο θα θέλαμε.
Από την άλλη, η εργονομία παραμένει γνώριμη για όποιον έχει οδηγήσει ένα σύγχρονο Toyota, με αρκετά φυσικά κουμπιά εκεί που χρειάζονται, ειδικά για τις λειτουργίες που χρησιμοποιεί κανείς πιο συχνά στην καθημερινότητα.
Ο εξοπλισμός είναι εναρμονισμένος με τα σημερινά δεδομένα και μεταξύ άλλων συναντάμε διπλούς ασύρματους φορτιστές κινητών, ασύρματο Apple CarPlay και Android Auto, θερμαινόμενο τιμόνι και καθίσματα, premium ηχοσύστημα JBL 9 ηχείων, πανοραμική οροφή, ηλεκτρική πόρτα πορτμπαγκάζ καθώς και πλήρες πακέτο συστημάτων υποβοήθησης οδηγού.
Eπιπλέον διαθέτει αντλία θερμότητας και έξυπνο σύστημα κλιματισμού, το οποίο στο Eco mode κατευθύνει τη θέρμανση κυρίως προς τον οδηγό όταν οι υπόλοιπες θέσεις δεν χρησιμοποιούνται, ρυθμίζοντας ανάλογα την παροχή και τη θερμοκρασία του αέρα και ενεργοποιώντας τη θέρμανση καθισμάτων και τιμονιού.
Οι χώροι είναι επαρκείς για τέσσερις ενήλικες, με καλό χώρο για τα γόνατα των πίσω επιβατών και ικανοποιητικό ύψος για το κεφάλι, παρά την κουπέ σχεδίαση. Η απόσταση ανάμεσα στα μπροστινά και τα πίσω καθίσματα φτάνει τα 900 χλστ., ενώ ο χώρος αποσκευών έχει χωρητικότητα 416 λίτρων, που αν και δεν είναι το μεγαλύτερο της κατηγορίας, επαρκεί για τις καθημερινές και όχι μόνο ανάγκες μιας οικογένειας.
Στον τομέα των κινητήριων συνόλων, το C-HR+ διατίθεται με δύο επιλογές μπαταρίας, χωρητικότητας 57,7 και 77 kWh (54 kWh και 72 kWh ωφέλιμη αντίστοιχα) και τρεις ιπποδυνάμεις. Η βασική έκδοση, που φέρει και τη μικρή μπαταρία, είναι προσθιοκίνητη, αποδίδει 167 ίππους, 269 Nm ροπής και χρειάζεται 8,4 δευτερόλεπτα για να ολοκληρώσει το 0-100 χλμ./ώρα. Η τελική της ταχύτητα περιορίζεται στα 140 χλμ./ώρα, δείχνοντας ότι έχει έναν πιο αστικό και ημιαστικό προσανατολισμό, προσφέροντας μεικτή αυτονομία έως 458 χιλιόμετρα.
Με τη μεγαλύτερη μπαταρία η ισχύς ανεβαίνει στους 224 ίππους, με την ίδια ροπή, και η εμβέλεια σε μεικτές συνθήκες σκαρφαλώνει έως τα 607 χλμ, σύμφωνα με την εταιρεία, η οποία είναι η μεγαλύτερη αυτονομία στη γκάμα αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων της Toyota . Η τελική εδώ διαμορφώνεται στα 160 χλμ./ώρα, αποκτώντας ένα πιο ταξιδιωτικό προφίλ και χρειάζεται 7,3 δευτερόλεπτα για να πιάσει τα πρώτα 100 χλμ./ώρα από στάση.
Στην κορυφή της γκάμας βρίσκεται η τετρακίνητη έκδοση με δύο ηλεκτροκινητήρες, αποκλειστικά στις εκδόσεις Lounge και Lounge plus, με τον εμπρός να προσφέρει 269 Nm ροπής και τον πίσω 170 Nm, στέλνοντας τη συνδυαστική ισχύ στους 343 ίππους και τα 438 Nm ροπής, όντας ένα από τα πιο ισχυρά οχήματα της ευρωπαϊκής γκάμας της Toyota. Οι επιδόσεις του είναι εντυπωσιακές, αφού χρειάζεται 5,2 δευτερόλεπτα για να κάνει το 0-100 χλμ./ώρα και η τελική του ταχύτητα βρίσκεται στα 180 χλμ./ώρα, ενώ «βγάζει» θεωρητικά αυτονομία έως 505 χλμ.
Ταυτόχρονα, ο ενσωματωμένος φορτιστής των 11 kW στις εκδόσεις Style/Style plus και 22 kW στις πλούσιες Lounge επιτρέπει εύκολη φόρτιση στο σπίτι ή σε wallbox, ενώ σε ταχυφορτιστή DC η ισχύς μπορεί να φτάσει τα 150 kW, επιτρέποντας τη φόρτιση της μπαταρίας από το 10% έως το 80% σε περίπου 28 λεπτά.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του ευρύτερου ecosystem που αναπτύσσει η Toyota γύρω από τα αμιγώς ηλεκτρικά της μοντέλα, μέσα στο καλοκαίρι αναμένεται να κάνει την εμφάνισή του και στη χώρα μας το Toyota Charging Network. Πρόκειται για μια υπηρεσία που παρέχει πρόσβαση σε ένα από τα μεγαλύτερα πανευρωπαϊκά δημόσια δίκτυα φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, διευκολύνοντας σημαντικά τη διαδικασία φόρτισης για τους ιδιοκτήτες EV της μάρκας.
Στην Ελλάδα μάλιστα το ποσοστό των φορτιστών που εντάσσονται σε αυτό το δίκτυο φτάνει περίπου το 93%, καλύπτοντας τη συντριπτική πλειονότητα των διαθέσιμων δημόσιων σημείων φόρτισης, με τους οδηγούς να μπορούν να φορτίζουν το αυτοκίνητό τους σε διαφορετικούς παρόχους χωρίς να χρειάζεται να κατεβάζουν ξεχωριστές εφαρμογές για τον καθένα, χρησιμοποιώντας απλώς μία κάρτα.
Εμείς βρεθήκαμε πίσω από το τιμόνι τόσο της τετρακίνητης έκδοσης των 343 ίππων όσο και της προσθιοκίνητης με τη μεγάλη μπαταρία, η οποία σύμφωνα με την Toyota φιλοδοξεί να αποτελέσει το best seller ηλεκτρικό της μοντέλο στην ελληνική αγορά.
Ξεκινώντας από την τετρακίνητη έκδοση, πρόκειται για αυτή που τραβάει τα περισσότερα βλέμματα χάρη στις επιδόσεις της. Πατώντας το γκάζι, το C-HR+ επιταχύνει με αποφασιστικότητα, χωρίς όμως να γίνεται νευρικό ή απότομο. Η δύναμη έρχεται γραμμικά και η τετρακίνηση φροντίζει να τη μεταφέρει στο δρόμο χωρίς άσκοπα σπινάρισμα και περίεργες συμπεριφορές, ακόμη και σε πιο απαιτητικές εξόδους από στροφές.
Η ανάρτηση είναι σχετικά σφιχτή για τα δεδομένα ενός οικογενειακού SUV, κάτι που όμως βοηθά στον καλύτερο έλεγχο uτων κινήσεων του αμαξώματος. Σε επαρχιακό δρόμο με στροφές το αυτοκίνητο δείχνει σταθερό και προβλέψιμο, με καλά ελεγχόμενες κλίσεις και ένα πλαίσιο που κρύβει αρκετά καλά το βάρος των περίπου 2 τόνων.
Από την άλλη το τιμόνι είναι κάπως ελαφρύ αλλά αρκετά άμεσο. Εξάλλου οι μηχανικοί της Toyota του έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή, επαναπρογραμματίζοντας τη χαρτογράφηση του συστήματος διεύθυνσης με στόχο τη βελτιωμένη απόκριση, επιτρέποντας στον οδηγό να τοποθετήσει το αυτοκίνητο με ακρίβεια στην είσοδο της στροφής.
Στην περίπτωση της προσθιοκίνητης έκδοσης με τη μεγάλη μπαταρία, ο χαρακτήρας παραμένει παρόμοιος. Η ανάρτηση εξακολουθεί να είναι σχετικά σφιχτή και το αυτοκίνητο διατηρεί καλή σταθερότητα και παρόλο που δεν έχει η απόκριση στο πάτημα του γκαζιού δεν είναι τόσο άμεση όσο στην τετρακίνητη έκδοση, κινείται εξαιρετικά σβέλτα.
Ακόμη και σε διαδρομές με στροφές δεν παρατηρούνται έντονες τάσεις υποστροφής παρά την εμπρός κίνηση, κάτι που οφείλεται τόσο στη συνολική ακαμψία του αμαξώματος όσο και στη γενικότερη αρχιτεκτονική του μοντέλου που κρατούν σε χαμηλά επίπεδα τη ροπή αδράνειας.
Συγκεκριμένα, το C-HR+ διαθέτει περίπου 30% περισσότερα σημεία συγκόλλησης σε σχέση με το υβριδικό C-HR, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και το χαμηλό κέντρο βάρους, το οποίο βρίσκεται περίπου 65 χιλιοστά πιο κάτω σε σχέση με το υβριδικό C-HR.
Σε χαμηλές ταχύτητες μέσα στην πόλη η ανάρτηση, τόσο στο τετρακίνητο, όσο και στο δικίνητο, μεταφέρει λίγο περισσότερο τις ανωμαλίες του δρόμου, αλλά χωρίς να γίνεται ενοχλητική ή κουραστική. Στον αυτοκινητόδρομο το C-HR+ δείχνει στιβαρό και πολιτισμένο, με πολύ καλή ηχομόνωση χάρη στα αναβαθμισμένα ηχοαπαρροφητικά υλικά. Η πέδηση είναι προοδευτική, ενώ η ανάκτηση ενέργειας μπορεί να ρυθμιστεί από τον οδηγό μέσω paddles πίσω από το τιμόνι, αν και δεν υπάρχει one-pedal mode.
Όσο για την κατανάλωση, σε μεικτές συνθήκες η έκδοση των 343 ίππων κινήθηκε στα 16,5 kWh/100 χλμ., νούμερο εξαιρετικό για την ιπποδύναμή της, δείχνοντας ότι με λίγη προσοχή στο γκάζι μπορεί να δώσει πάνω από 440 πραγματικά χιλιόμετρα αυτονομίας. Από την άλλη η δικίνητη μας χάρισε συνολικά ένα 15 kWh/100 χλμ., με διαστήματα υπό αρκετή πίεση, κάτι που μεταφράζεται σε αυτονομία σε πιο νορμάλ συνθήκες άνω των 500 χλμ.
Τέλος το πακέτο υποβοηθήσεων Toyota T-Mate με το οποίο εφοδιάζεται το μοντέλο περιλαμβάνει όλα τα σύγχρονα συστήματα ασφαλείας, όπως ενεργό cruise control, υποβοήθηση διατήρησης λωρίδας, αναγνώριση τυφλού σημείου και αυτόματη πέδηση, με τη συνολική τους λειτουργία να είναι γενικά ομαλή και χωρίς υπερβολικές παρεμβάσεις, βελτιώνοντας τη συνολική αίσθηση που σου αφήνει το μοντέλο.
Στο διά ταύτα
Το νέο C-HR+ δείχνει ότι η Toyota παίρνει πλέον πολύ πιο σοβαρά την ηλεκτροκίνηση και ότι οι Ιάπωνες αρχίζουν να βρίσκουν τον ρυθμό τους και σε αυτή τη νέα εποχή της αυτοκίνησης. Είναι ένα ολοκληρωμένο, εύχρηστο και πρακτικό ηλεκτρικό SUV που συνδυάζει αρκετά καλή αυτονομία, εντυπωσιακές επιδόσεις αναλόγως την έκδοση και τεχνολογία με τη γνώριμη αξιοπιστία της μάρκας, προσφέροντας ταυτόχρονα ένα έντονο οδηγοκεντρικό χαρακτήρα που γίνεται όλο και πιο σπάνιος στο κόσμο των ηλεκτρικών.
Η τετρακίνητη έκδοση είναι εκρηκτική και διαθέτει τη δική της σπίθα, αλλά από την άλλη η έκδοση με τη μεγάλη μπαταρία μοιάζει περισσότερο ισορροπημένη και κοντά στις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας.
Στην ελληνική αγορά το Toyota C-HR+ είναι ήδη διαθέσιμο για παραγγελία με την τιμή του να ορίζεται στα 36.990 ευρώ για την προσθιοκίνητη έκδοση Style με την μπαταρία των 57,7 kWh και τους 167 ίππους. Η έκδοση Style+ με τη μεγάλη μπαταρία και ισχύ 224 ίππων κοστίζει 39.990 ευρώ, ενώ η τετρακίνητη με τους 343 ίππους ξεκινά από 44.990 ευρώ στη Lounge, φτάνοντας τα 46.740 ευρώ στην πλουσιότερη εξοπλιστικά έκδοση Lounge+, χωρίς σε καμία τιμή να υπολογίζεται η κρατική επιδότηση «Κινούμαι ηλεκτρικά 3».
Ταυτόχρονα συνοδεύεται από στάνταρ εργοστασιακή εγγύηση 6 ετών (ή 200.000 χλμ.) ή μπορεί να φτάσει έως και τα 11 χρόνια, τη στιγμή που η μπαταρία προστατεύεται από εγγύηση επίσης 11 χρόνων ή 1.000.000 χιλιόμετρα, δείχνοντας τη σιγουριά της εταιρείας για το προϊόν που προσφέρει στην αγορά.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Toyota C-HR+ 77 kWh 343 PS
- Εμπρός κινητήρας: ηλεκτρικός, 224 ίπποι, 269 Nm
- Πίσω κινητήρας: ηλεκτρικός, 121 ίπποι, 169 Nm
- Συνδυαστική απόδοση: 343 ίπποι, 438 Nm
- Μετάδοση: Αυτόματο κιβώτιο 1 σχέσης, στους τέσσερις τροχούς
- Χωρητικότητα μπαταρίας (μικτή): 77 kWh
- Χωρητικότητα μπαταρίας (οφέλιμη): 72 kWh
- Επιδόσεις: 5,2 δλ. 0-100 χλμ./ώρα, 180 χλμ./ώρα τελική ταχύτητα
- Κατανάλωση-Εκπομπές CO2: 15,5 kWh/100 χλμ., 0 γρ./χλμ.
- Αυτονομία: Έως 505 χλμ.
- Διαστάσεις (Μήκος/Πλάτος/Ύψος): 4.530/1.870/1.650 χλστ., 2.750 χλστ. μεταξόνιο
- Βάρος: 2.010 κιλά
- Χώρος αποσκευών: 416 – 1.175 λίτρα
- Τιμή-Τέλη κυκλοφορίας: Από 44.990 ευρώ / 0 ευρώ
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Toyota C-HR+ 77 kWh 224 PS
- Εμπρός κινητήρας: ηλεκτρικός, 224 ίπποι, 269 Nm
- Μετάδοση: Αυτόματο κιβώτιο 1 σχέσης, στους τέσσερις τροχούς
- Χωρητικότητα μπαταρίας (μικτή): 77 kWh
- Χωρητικότητα μπαταρίας (οφέλιμη): 72 kWh
- Επιδόσεις: 7,3 δλ. 0-100 χλμ./ώρα, 160 χλμ./ώρα τελική ταχύτητα
- Κατανάλωση-Εκπομπές CO2: 13,4 kWh/100 χλμ., 0 γρ./χλμ.
- Αυτονομία: Έως 607 χλμ.
- Διαστάσεις (Μήκος/Πλάτος/Ύψος): 4.530/1.870/1.650 χλστ., 2.750 χλστ. μεταξόνιο
- Βάρος: 1.985 κιλά
- Χώρος αποσκευών: 416 – 1.175 λίτρα
- Τιμή-Τέλη κυκλοφορίας: Από 39.990 ευρώ / 0 ευρώ