Αυτό είναι το ελληνικό σήμα που «ακυρώνει» τα ραντάρ ταχύτητας -Πώς θα το αναγνωρίσεις
Αν και οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν όλες τις πινακίδες οδικής σήμανσης, μία περνά συνήθως απαρατήρητη, παρότι καθορίζει ποια όρια ταχύτητας εξακολουθούν να ισχύουν.
Οι πινακίδες οδικής σήμανσης δεν υπάρχουν απλώς για να οργανώνουν την κυκλοφορία, αλλά αποτελούν τη βασική «γλώσσα» επικοινωνίας ανάμεσα στον οδηγό και τους κανόνες ασφαλείας. Από ένα όριο ταχύτητας μέχρι μια απαγόρευση προσπέρασης, κάθε σήμα έχει συγκεκριμένη σημασία και η άγνοιά του δεν αποτελεί δικαιολογία σε έναν έλεγχο της Τροχαίας.
Υπάρχει, ωστόσο, μία πινακίδα που πολλοί οδηγοί προσπερνούν χωρίς να της δίνουν ιδιαίτερη σημασία, παρότι ουσιαστικά καθορίζει αν ένα όριο ταχύτητας εξακολουθεί να ισχύει ή όχι. Η συγκεκριμένη πινακίδα είναι η Ρ-36, η οποία σημαίνει το τέλος όλων των τοπικών απαγορεύσεων που έχουν επιβληθεί με απαγορευτικές πινακίδες.
BUY NOW
Με απλά λόγια, αν λίγο νωρίτερα υπήρχε πινακίδα που όριζε μέγιστη ταχύτητα 40 ή 60 χλμ./ώρα, με την εμφάνιση της Ρ-36 το συγκεκριμένο όριο παύει να ισχύει. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες τοπικές απαγορεύσεις, όπως για παράδειγμα η απαγόρευση προσπέρασης.
Έτσι, εάν ένας δρόμος διαθέτει πινακίδα απαγόρευσης προσπέρασης και παράλληλα όριο ταχύτητας 40 χλμ./ώρα, η διέλευση από την πινακίδα Ρ-36 σημαίνει ότι και οι δύο αυτοί περιορισμοί παύουν να ισχύουν, εκτός φυσικά αν ακολουθήσει νέα σήμανση που επιβάλλει διαφορετικούς κανόνες. Πάντως όταν οι αρμόδιες αρχές θέλουν να ενημερώσουν αποκλειστικά για τη λήξη ενός ορίου ταχύτητας, χρησιμοποιούν συνήθως την πινακίδα Ρ-37, η οποία αφορά μόνο το τέλος του περιορισμού ταχύτητας και όχι όλων των απαγορεύσεων.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μετά την πινακίδα ο οδηγός μπορεί να αναπτύξει όποια ταχύτητα επιθυμεί. Από τη στιγμή που παύει να ισχύει ένα τοπικό όριο, εφαρμόζονται τα γενικά όρια του ΚΟΚ για τη συγκεκριμένη κατηγορία δρόμου ή όποιο νέο όριο ορίζεται από την επόμενη πινακίδα.
Όταν δεν υπάρχει ειδική σήμανση που να προβλέπει διαφορετικό όριο, εφαρμόζονται τα γενικά όρια ταχύτητας του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Αυτά ορίζονται στα 50 χλμ./ώρα μέσα στις κατοικημένες περιοχές, στα 90 χλμ./ώρα στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο, στα 110 χλμ./ώρα στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας και στα 130 χλμ./ώρα στους αυτοκινητοδρόμους.
Οι οδηγοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί μετά από πινακίδες που ακυρώνουν τα όρια ταχύτητας, ώστε να μην βρεθούν «εκτεθειμένοι» απέναντι στο ΚΟΚ, κάθως οι ποινές που προβλέπονται για υπερβολική ταχύτητα είναι αυστήρες και καθορίζονται κυρίως από το πόσο έχει ξεπεράσει ο οδηγός το επιτρεπόμενο όριο.
Η υπέρβαση έως και 20 χλμ./ώρα κατατάσσεται στην κατηγορία Ε2-Α και επιφέρει πρόστιμο 150 ευρώ, ενώ όταν ξεπερνά τα 20 και φτάνει έως τα 30 χλμ./ώρα εντάσσεται στην κατηγορία Ε2-Β. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προβλέπεται επίσης πρόστιμο 150 ευρώ, μαζί με αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 20 ημέρες.
Αντίστοιχα, η υπέρβαση άνω των 30 και έως 50 χλμ./ώρα κατατάσσεται στην κατηγορία Ε3-Β, για την οποία προβλέπεται πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 30 ημέρες. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται, ανεξάρτητα από το όριο που ίσχυε προηγουμένως, η κίνηση με ταχύτητα άνω των 150 χλμ./ώρα στους αυτοκινητοδρόμους, άνω των 130 χλμ./ώρα στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας και άνω των 120 χλμ./ώρα στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο.
Ακόμη αυστηρότερες είναι οι κυρώσεις όταν η υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ξεπερνά τα 50 χλμ./ώρα. Σε αυτή την περίπτωση η παράβαση κατατάσσεται στην κατηγορία Ε4 και προβλέπονται διοικητικό πρόστιμο 700 ευρώ και επιτόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες. Η βαρύτερη αντιμετώπιση αφορά την οδήγηση με ταχύτητα άνω των 200 χλμ./ώρα, με τον οδηγό να τιμωρείται με πρόστιμο 2.000 ευρώ και επιτόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για έναν χρόνο.
Σε κάθε περίπτωση, είτε υπάρχει είτε όχι ειδική σήμανση, ο οδηγός οφείλει να προσαρμόζει την ταχύτητά του στην κατάσταση του δρόμου, στην κυκλοφορία, στις καιρικές συνθήκες και στην ορατότητα, καθώς τα όρια ταχύτητας αποτελούν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και όχι την ταχύτητα με την οποία πρέπει υποχρεωτικά να κινείται ένα όχημα.