Ακόμη μεγαλύτερη οικονομική πίεση αναμένεται να δεχθούν οι οδηγοί τα επόμενα χρόνια, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά προς την εφαρμογή ενός νέου φόρου άνθρακα που αναμένεται να αυξήσει σημαντικά το κόστος της βενζίνης και του diesel.
Το τελευταίο διάστημα, ο κλάδος των συμβατικών αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης βρίσκεται αντιμέτωπος με ολοένα και μεγαλύτερες προκλήσεις, αφού από τη μία τα μέτρα που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη σταδιακή μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και, από την άλλη, οι διεθνείς εξελίξεις που έχουν εκτοξεύσει την τιμή της βενζίνης πάνω από τα 2 ευρώ ανά λίτρο, ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στους οδηγούς.
Μάλιστα, όλα δείχνουν ότι η κατάσταση αναμένεται να πάει από το κακό στο χειρότερο μέσα στα επόμενα χρόνια, καθώς την ώρα που οι οδηγοί αναζητούν λύσεις απέναντι στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος μετακίνησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τη λήψη ακόμη αυστηρότερων μέτρων, με την επιβολή ενός νέου φόρου στη βενζίνη και το diesel.
BUY NOW
Πρόκειται για τον νέο πράσινο τέλος άνθρακα της Ευρώπης (ETS 2), ο οποίος αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μείωση των εκπομπών ρύπων, με το στόχο των Βρυξελλών να είναι η μείωση των εκπομπών κατά 62% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005, επεκτείνοντας το κόστος των εκπομπών και στους τομείς των οδικών μεταφορών και της θέρμανσης.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι προμηθευτές καυσίμων θα επιβαρύνονται με το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών, το οποίο εκτιμάται ότι θα μετακυλίεται σε μεγάλο βαθμό στις τελικές τιμές της βενζίνης και του diesel που πληρώνουν οι οδηγοί στα πρατήρια.
Αν και η σχετική νομοθεσία έχει ήδη εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εφαρμογή του μέτρου έχει μετατεθεί προκειμένου να δοθεί περισσότερος χρόνος προσαρμογής στις αγορές και στα κράτη-μέλη. Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, ωστόσο το νέο σύστημα θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2028, δηλαδή σε περίπου 1,5 έτος.
Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος της επιβάρυνσης διαφέρουν, καθώς θα εξαρτηθούν από την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών και τις συνθήκες που θα επικρατούν τότε στην αγορά ενέργειας. Πολλές αναλύσεις, πάντως, κάνουν λόγο για αισθητή αύξηση στο κόστος των καυσίμων, η οποία θα μπορούσε φτάσει ακόμα και από 25% έως 30%.
Με δεδομένο ότι η μέση τιμή της βενζίνης πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή κυμαινόταν κοντά στα 1,79 ευρώ ανά λίτρο, μια τέτοια επιβάρυνση θα εκτόξευε το κόστος στα 2,24 έως 2,33 ευρώ το λίτρο σε μόνιμη βάση.
Εάν, μάλιστα, οι διεθνείς πιέσεις στην αγορά πετρελαίου συνεχιστούν ή παραμείνει η αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμες περιοχές όπως τα Στενά του Ορμούζ, τότε το τελικό κόστος στα πρατήρια ενδέχεται να διαμορφωθεί σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Σημειώνεται δε πως το ζήτημα προβληματίζει τόσο τις κυβερνήσεις όσο και την αγορά, καθώς η μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, τεχνολογίες όπως τα συνθετικά καύσιμα και τα βιοκαύσιμα δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί σε βαθμό που να μπορούν να αποτελέσουν μια ευρέως διαθέσιμη εναλλακτική λύση για εκατομμύρια οδηγούς, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο τον κλοιό στους οδηγούς θερμικών μοντέλων.
Για την Ελλάδα, η συγκεκριμένη εξέλιξη αναμένεται να απασχολήσει πολλούς ιδιοκτήτες, καθώς η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συντριπτική πλειονότητα των αυτοκινήτων να χρησιμοποιεί κινητήρες εσωτερικής καύσης και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε επιβάρυνση στην τιμή των καυσίμων αναμένεται να βαρύνει σημαντικά το μηνιαίο προϋπολογισμό.