Μια ιδιαιτέρως σοβαρή έλλειψη σε πρώτες ύλες εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή αποτελεί πλέον σημαντικό κίνδυνο για την παραγωγή λιπαντικών για ορισμένους από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές παγκοσμίως.
Φαίνεται πως οι συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή στον τομέα των μεταφορών δεν περιορίζονται στην εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, καθώς έντονες είναι πλέον οι πιέσεις και στον κλάδο των λιπαντικών για τους κινητήρες των αυτοκινήτων.
Και αυτό γιατί ορισμένοι κατασκευαστές έχουν πλέον εξαντλήσει τα αποθέματά τους σε βασικά λιπαντικά έλαια που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή λιπαντικών, και τα οποία προμηθεύονταν σε μεγάλο βαθμό από χώρες της Μέσης Ανατολής.
BUY NOW
Σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα, οι τιμές των εν λόγω λιπαντικών ελαίων που ανήκουν στην κατηγορία Group III έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί, αγγίζοντας τα 4.000 δολάρια ανά τόνο (περίπου 3.500 ευρώ), τόσο στην αγορά της Ευρώπης όσο και σε εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times που αναφέρεται στο πρόβλημα, θρυαλλίδα του προβλήματος υπήρξε ο βομβαρδισμός τον περασμένο Μάρτιο μίας μεγάλης εγκατάστασης μετατροπής αερίου σε υγρά (gas-to-liquids) της Shell στο Κατάρ από ιρανικούς πυραύλους.
Ως αποτέλεσμα, έχουν κλονιστεί σημαντικά μεταξύ άλλων και οι ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες για τα βασικά λιπαντικά έλαια κατηγορίας Group III, προϊόντων πετρελαϊκής προέλευσης υψηλού βαθμού διύλισης που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λιπαντικών κινητήρα.
Η Gabriella Twining, παγκόσμια επικεφαλής τιμολόγησης βασικών λιπαντικών ελαίων στην εταιρεία Argus Media, δήλωσε ότι «ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν αύριο, εκτιμούμε ότι η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεφοδιαστούν πριν από τον Οκτώβριο -στην καλύτερη περίπτωση».
Προκειμένου να μην ξεμείνουν, ορισμένες αυτοκινητοβιομηχανίες έσπευσαν να εξασφαλίσουν έλαια από διαφορετικούς προμηθευτές ή ακόμη και να αλλάξουν τη φόρμουλά τους. Ωστόσο σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, η εν λόγω μετάβαση είναι δύσκολη, καθώς οι κατασκευαστές πρέπει να διασφαλίσουν το ίδιο επίπεδο ποιότητας και επιδόσεων, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να εξασφαλίσουν την έγκριση των νέων προϊόντων.