Μία από τις πιο συνηθισμένες παραβάσεις που καταγράφονται στους ελληνικούς δρόμους βρίσκεται στο επίκεντρο των ελέγχων, ωστόσο αρκετοί οδηγοί εξακολουθούν να μην γνωρίζουν τι ακριβώς ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις.
Κάτι που έχει γίνει ιδιαίτερα σαφές το τελευταίο διάστημα στους δρόμους της χώρας μας είναι πως η Τροχαία και οι αρμόδιες Αρχές έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα αυστηρότερο πλαίσιο για την οδική ασφάλεια, προχωρώντας σε εκτεταμένες δράσεις με στόχο τον περιορισμό των παράνομων συμπεριφορών που παρατηρούνται καθημερινά.
Βασικό έναυσμα για αυτή την προσπάθεια αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ο οποίος βρίσκεται από την αρχή τους έτους σε πλήρη ισχύ και φέρνει σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο των παραβάσεων, αυστηροποιώντας παράλληλα αρκετές από τις συμπεριφορές που συναντώνται συχνά στους δρόμους.
BUY NOW
Μάλιστα, στο επίκεντρο της στόχευσης αυτής βρίσκονται οι παραβάσεις που θεωρούνται πιο επικίνδυνες, καθώς πρόκειται για συμπεριφορές που έχουν συνδεθεί με σημαντικό αριθμό τροχαίων ατυχημάτων, κάτι που επαληθεύεται από τα σχετικά στατιστικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη χρήση του κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, μία συνήθεια που είναι γνωστό πως μπορεί να αποσπάσει σημαντικά την προσοχή του οδηγού και να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις στο οδικό δίκτυο.
Παρότι, δε, πλέον οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι η χρήση του κινητού πίσω από το τιμόνι απαγορεύεται ρητά από τη νομοθεσία, υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες αρκετοί οδηγοί θεωρούν ότι επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τη συσκευή τους ή πως, σε κάθε περίπτωση, ο νόμος είναι πιο «ελαστικός».
Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στους οδηγούς που θεωρούν πως αν το αυτοκίνητο βρίσκεται σταματημένο σε κόκκινο φανάρι ή έχει ακινητοποιηθεί προσωρινά λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης, μπορούν να πιάσουν το κινητό τους και να στείλουν ένα μήνυμα, να πραγματοποιήσουν μία κλήση ή ακόμη και να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε άλλη λειτουργία.
Ωστόσο, το ισχύον πλαίσιο είναι σαφές ως προς τη χρήση φορητών συσκευών κατά την οδηγό, με τον ΚΟΚ να προβλέπει ότι η χρήση του κινητού απαγορεύεται μέσα στο αυτοκίνητο σε κάθε συνθήκη του δρόμου, εκτός αν η συσκευή είναι τοποθετημένη σε ειδική βάση και χρησιμοποιείται για ανοικτή ακρόαση ή για εφαρμογές πλοήγησης, ή εναλλακτικά μέσω ασύρματου ακουστικού.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τη νομοθεσία, η χρήση του κινητού στο αυτοκίνητο χωρίς του συγκεκριμένους περιορισμούς απαγορεύεται πλήρως και επιτρέπεται μόνο όταν το όχημα είναι πλήρως σταθμευμένο,
Έτσι, αν το αυτοκίνητο είναι απλώς προσωρινά ακινητοποιημένο, είτε πρόκειται για κόκκινο φανάρι είτε σε κατάσταση κυκλοφοριακής συμφόρησης, ο νόμος αντιμετωπίζει τον οδηγός ως μέρος της ροής της κυκλοφορίας και θεωρείται ότι παραμένει σε κατάσταση οδήγησης.
Με απλά λόγια, το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έχει σταματήσει προσωρινά σε έναν σηματοδότη δεν σημαίνει ότι ο οδηγός δεν δεσμεύεται των ευθυνών του, αφού παραμένει μέρος της κυκλοφορίας και πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αντιδράσει όταν αλλάξουν οι συνθήκες στο δρόμο. Μάλιστα, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, ακόμη και η ολιγόλεπτη χρήση της συσκευής ή το απλό κράτημά της στο χέρι για λίγα δευτερόλεπτα αρκεί ώστε να θεωρηθεί παράβαση.
Η συγκεκριμένη συμπεριφορά θεωρείται δε από τις σοβαρότερες παραβάσεις του ΚΟΚ και επισύρει διοικητικό πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 30 ημέρες.
Σημειώνεται επίσης πως η εν λόγω παράβαση υπόκειται και στην νομοθεσία περί υποτροπών, με τις κυρώσεις να γίνονται σημαντικά αυστηρότερες. Το πρόστιμο ανεβαίνει στα 1.000 ευρώ, ενώ η άδεια οδήγησης αφαιρείται για έξι μήνες. Αν η ίδια παράβαση επαναληφθεί δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα πέντε ετών, το πρόστιμο φτάνει τα 2.000 ευρώ και η αφαίρεση του διπλώματος επεκτείνεται στον έναν χρόνο.
Ακόμη βαρύτερες είναι οι ποινές όταν η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνδεθεί με την πρόκληση συμβάντος στον δρόμο. Στην πρώτη υποτροπή με πρόκληση συμβάντος προβλέπεται πρόστιμο 2.000 ευρώ και αφαίρεση άδειας για τέσσερα έτη, ενώ στη δεύτερη υποτροπή το πρόστιμο εκτοξεύεται στα 4.000 ευρώ και η αφαίρεση της άδειας οδήγησης φτάνει τα οκτώ χρόνια, παράλληλα με τις όποιες ποινικές συνέπειες.
Πέρα από τις διοικητικές κυρώσεις, η συγκεκριμένη παράβαση μπορεί να υπαχθεί και στις διατάξεις του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα περί επικίνδυνης οδήγησης. Αυτό σημαίνει ότι, ανάλογα με τις συνθήκες και το αποτέλεσμα της πράξης, μπορεί να προκύψουν και ποινές φυλάκισης, που σε περιπτώσεις σοβαρού τροχαίου με τραυματισμό ή απώλεια ζωής φτάνουν έως και την ισόβια κάθειρξη.