Range Rover Evoque

Δικηγόρος αποκαλύπτει -Ποια κίνηση απαγορεύεται να κάνει ένας αστυνομικός σε μπλόκο

αστυνομικός

Ιδιαίτερα χρήσιμες πληροφορίες παρέχει ο εν λόγω δικηγόρος, καθώς διευκρινίζει το κατά πόσο ένα αστυνομικό όργανο μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε ιδιωτικές συσκευές στο πλαίσιο τυπικού τροχονομικού ελέγχου.

Οι τροχονομικοί έλεγχοι και οι ευρύτερες επιχειρησιακές δράσεις της αστυνομίας, παρουσιάζουν το τελευταίο διάστημα αυξητική τάση, στο πλαίσιο μιας συνολικότερης προσπάθειας της πολιτείας για αναβάθμιση της εικόνας στους ελληνικούς δρόμους.

Η τάση αυτή αποτυπώνεται ήδη σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως τα μπλόκα για αλκοτέστ που πραγματοποιεί η Τροχαία κατά τις νυχτερινές ώρες, κυρίως τα Σαββατοκύριακα και σε περιόδους αυξημένης κίνησης, όπως μεγάλες γιορτές και αργίες.

Παράλληλα, ενισχυμένη είναι η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στο οδικό δίκτυο, οι οποίοι σε καθημερινή βάση προχωρούν σε στοχευμένους ελέγχους για παραβάσεις όπως η υπερβολική ταχύτητα, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή κράνους και η παράνομη στάθμευση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κατά τη διάρκεια των εν λόγω ελέγχων δεν είναι σπάνιο οι αστυνομικές αρχές να σταματούν οδηγούς για εξακρίβωση στοιχείων ή έλεγχο πιθανών παραβάσεων.

Για τον λόγο αυτό, πέρα από την αυτονόητη υποχρέωση τήρησης της νομοθεσίας και αποφυγής συμπεριφορών που θέτουν εμάς και τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου, ιδιαίτερη σημασία έχει και η σωστή συμπεριφορά μας σε περίπτωση ελέγχου, ώστε η διαδικασία να εξελίσσεται ομαλά, χωρίς εντάσεις, παρεξηγήσεις ή αχρείαστη καχυποψία από την πλευρά των αρχών.

Σημαντικό είναι λάβουμε επίσης υπόψη μας πως η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο περίπλοκη το τελευταίο διάστημα, τόσο λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποιεί πλέον η Τροχαία, με τα «έξυπνα» ραντάρ να καταγράφουν ολοένα και περισσότερες παραβάσεις στο οδικό δίκτυο, όσο και εξαιτίας των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι ίδιες οι ιδιωτικές συσκευές των οδηγών, όπως τα κινητά τηλέφωνα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα στα ζητήματα που έχουν ανακύψει το τελευταίο διάστημα συγκαταλέγεται και η χρήση εφαρμογών προειδοποίησης για κάμερες ταχύτητας μέσω κινητού τηλεφώνου. Παρότι οι συγκεκριμένες εφαρμογές μπορούν να εγκατασταθούν εύκολα σε smartphones, η χρήση τους κατά την οδήγηση απαγορεύεται πλήρως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και συνοδεύεται συχνά από υψηλά χρηματικά πρόστιμα.

Ένα ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι σε ποιο βαθμό μπορεί η αστυνομία να προχωρήσει ακόμη και σε έλεγχο του κινητού τηλεφώνου ενός οδηγού κατά τη διάρκεια τροχονομικού ελέγχου.

Φυσικά, η απάντηση διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα, ωστόσο χρήσιμες διευκρινίσεις δίνει ο Γερμανός δικηγόρος με εξειδίκευση σε ζητήματα τροχαίας Uwe Lenhart, ο οποίος σχολιάζει το ισχύον πλαίσιο στη Γερμανία αλλά και γενικότερα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με τον δικηγόρο, η απάντηση δεν είναι απόλυτη, αλλά εξαρτάται αυστηρά από τις συνθήκες του περιστατικού και κυρίως από το αν υπάρχει «εύλογη και τεκμηριωμένη υποψία» παράνομης χρήσης.

Σε έναν τυπικό τροχονομικό έλεγχο ρουτίνας, οι αρμόδιες αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τα βασικά έγγραφα του οδηγού, όπως άδεια οδήγησης, άδεια κυκλοφορίας και την ασφάλεια καθώς και να προχωρήσουν σε έναν γενικό έλεγχο του οχήματος. Ωστόσο, η πρόσβαση σε προσωπικές ηλεκτρονικές συσκευές, όπως το κινητό τηλέφωνο, δεν αποτελεί αυτόματο δικαίωμα και δεν μπορεί να επιβληθεί χωρίς συγκεκριμένη νομική βάση.

Η κατάσταση μπορεί να γίνει ωστόσο πιο σύνθετη εάν και εφόσον προκύπτουν ενδείξεις παραβατικής συμπεριφοράς.

Σε χώρες όπως η Γερμανία, για παράδειγμα, εάν υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι ο οδηγός χρησιμοποιεί εφαρμογές προειδοποίησης για κάμερες ταχύτητας ή ελέγχους, τότε οι αρχές μπορούν να προχωρήσουν σε πιο στοχευμένο έλεγχο της συσκευής. Τέτοιες ενδείξεις μπορεί να είναι η ορατή χρήση εφαρμογής μπροστά από κάποιον αστυνομικό ή η ύποπτη συμπεριφορά, όπως η απότομη μείωση ταχύτητας πριν από σημείο ελέγχου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο έλεγχος περιορίζεται αυστηρά στο συγκεκριμένο αντικείμενο, δηλαδή στην επιβεβαίωση της χρήσης της εφαρμογής, χωρίς να επεκτείνεται αυθαίρετα σε άλλα δεδομένα της συσκευής.

Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, όπου η υποψία είναι ισχυρή, οι αρχές μπορούν ακόμη και να προχωρήσουν σε προσωρινή κατάσχεση του κινητού, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο.

Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει καμία ένδειξη παράβασης, η πρόσβαση στο κινητό τηλέφωνο δεν επιτρέπεται. Η συσκευή θεωρείται προσωπικό αντικείμενο και προστατεύεται από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, κάτι που σημαίνει ότι οποιαδήποτε έρευνα στο περιεχόμενό της απαιτεί σαφή νομική αιτιολόγηση και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικαστική ή εισαγγελική εντολή.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως στη χώρα μας το συγκεκριμένο ζήτημα κινείται σε ένα πιο «γκρίζο» νομικό πλαίσιο. Το άρθρο 24 του ΚΟΚ, για παράδειγμα, απαγορεύει ρητά τη χρήση συσκευών που παρεμποδίζουν ή ανιχνεύουν τη λειτουργία ραντάρ ταχύτητας, ενώ η χρήση τους επισύρει πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση άδειας οδήγησης και στοιχείων κυκλοφορίας για 30 ημέρες.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Παραδοσιακά, σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τα λεγόμενα αντιραντάρ, δηλαδή μικρές ηλεκτρονικές συσκευές που είτε ειδοποιούν τον οδηγό για τη μέτρηση ταχύτητας είτε επιχειρούν να επηρεάσουν ή να παρεμποδίσουν τη λειτουργία των αστυνομικών ραντάρ.

Οι εφαρμογές κινητού που ενημερώνουν για την ύπαρξη καμερών λειτουργούν, σε θεωρητικό επίπεδο, με παρόμοια λογική, καθώς προειδοποιούν τον οδηγό για σημεία ελέγχου. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα αντιραντάρ, δεν παρεμβαίνουν στη λειτουργία των συστημάτων μέτρησης ούτε ανιχνεύουν ενεργά σήματα της αστυνομίας.

Ο ελληνικός ΚΟΚ δεν προβλέπει ρητά ότι η χρήση εφαρμογών που ενημερώνουν για κάμερες συνιστά αυτοτελή παράβαση. Ωστόσο, στην πράξη, ένας αστυνομικός μπορεί να εκτιμήσει ότι μια τέτοια χρήση εμπίπτει σε ευρύτερη απαγορευτική λογική, καθώς θεωρείται ότι αλλοιώνει τον σκοπό των ελέγχων και τη «ρεαλιστική» εικόνα της οδικής συμπεριφοράς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Βέβαια, δεδομένο είναι ότι μπορούν να επιβληθούν οι διοικητικές κυρώσεις που σχετίζονται με τη χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, όπως αυτές προβλέπονται από τον ΚΟΚ.

Σημαντικό βέβαια είναι να επισημανθεί πως σύμφωνα με την νομοθεσία, σε έναν απλό έλεγχο, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, ο έλεγχος του κινητού δεν δικαιολογείται νομικά. Το κινητό τηλέφωνο αποτελεί προσωπικό αντικείμενο και προστατεύεται από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, ενώ οι αστυνομικές αρχές δεν έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενό του χωρίς ειδική νομική βάση.

Υπάρχει όμως και μια περίπτωση, όπου το πλαίσιο αλλάζει ουσιωδώς και επιτρέπει στις αρχές να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα των κινητών συσκευών και ακόμη να προχωρήσουν σε κατάσχεση της ίδιας της συσκευής.

Πιο συγκεκριμένα, εφόσον ο οδηγός κάνει χρήση κινητού και εμπλέκεται σε τροχαίο που έχει ως αποτέλεσμα βαριά σωματική βλάβη, θάνατο ή εκτεταμένες ζημιές σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, ενεργοποιούνται οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κινητό τηλέφωνο μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο. Όπως προβλέπει ρητά ο νέος ΚΟΚ, σε συνδυασμό με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έρευνα μπορεί να επεκταθεί ακόμη και στην άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, καθώς και στα δεδομένα θέσης και κίνησης της συσκευής.

Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται αποκλειστικά με εισαγγελική εντολή και με την τήρηση των εγγυήσεων και των προβλεπόμενων διαδικασιών όπως περιγράφονται στον. 5002/2022, που ρυθμίζει την άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση σοβαρών εγκλημάτων.

Παράλληλα, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ότι ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να κατασχεθεί ως πειστήριο, εφόσον υπάρχει βάσιμη υποψία ότι περιέχει στοιχεία τα οποία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διερεύνηση αξιόποινης πράξης.

Διαβάστε επίσης:

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ