Ο δέκατος έβδομος γύρος του φετινού παγκοσμίου πρωταθλήματος είχε γόμα που ξεχώριζε και επιλογές που στοίχησαν.
Νικητής αναδείχθηκε ο Max Verstappen, που πανηγύρισε πρώτη φορά στην αγωνιστική διαδρομή της Marina Bay. Ο οδηγός της Red Bull Racing είχε ήδη εξασφαλίσει την pole position για το Grand Prix, την pole για το Sprint, καθώς και τη νίκη στον αγώνα Sprint. Εν τέλει πέτυχε το απόλυτο προσθέτοντας και την επιτυχία στον κυριακάτικο αγώνα.
Πίσω από τον Ολλανδό, ο Charles Leclerc τερμάτισε δεύτερος, ενώ ο Kimi Antonelli κατέκτησε την τρίτη θέση. Ο Ιταλός διεύρυνε ακόμη περισσότερο το προβάδισμά του στη βαθμολογία του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, αφού ο έτερος διεκδικητής του τίτλου και teammate του, George Russell, έμεινε ένατος.
BUY NOW
Οι στρατηγικές που ακολούθησαν οι τρεις πρώτοι διέφεραν ελαφρώς. Ο Verstappen επέλεξε στρατηγική ενός pit stop, ενώ οι Leclerc και Antonelli εκμεταλλεύτηκαν την περίοδο του Εικονικού Αυτοκινήτου Ασφαλείας για να πραγματοποιήσουν δεύτερο pit stop. Οι τρεις οδηγοί του βάθρου εκκίνησαν με τη μαλακή γόμα προτού αλλάξουν στη μέση. Μετά την πρώτη αλλαγή ελαστικών, ο Μονεγάσκος και ο Ιταλόας μπήκαν ξανά στα pit στον 39ο γύρο για να βάλουν ένα φρέσκο σετ μαλακής γόμας κατά τη διάρκεια της οριοθέτησης του ρυθμού αγώνα από το VSC.
Από την άλλη, ο Verstappen δεν εκμεταλλεύτηκε το VSC και, αφού ολοκλήρωσε 32 γύρους με το αρχικό σετ μαλακής γόμας, πέρασε στη μέση γόμα και έφτασε με αυτή μέχρι την καρό σημαία. Κατά τη διάρκεια του αγώνα χρησιμοποιήθηκαν μόνο η μαλακή και η μέση γόμα. Ο Russell ολοκλήρωσε τη μεγαλύτερη απόσταση με ένα μόνο σετ μέσης γόμας, καλύπτοντας 39 γύρους. Ο Lewis Hamilton, ο οποίος τερμάτισε έκτος, πραγματοποίησε τον μεγαλύτερο αριθμό γύρων με σετ μαλακής γόμας, φτάνοντας τους 44.
Ο διευθυντής μηχανοκίνητου αθλητισμού της Pirelli, Dario Marrafuschi, είπε σχετικά: «Όπως αναμενόταν ευρέως, ανεξάρτητα από την οριοθέτηση ρυθμού αγώνα (VSC), η στρατηγική του ενός pit stop αποδείχθηκε η πιο ανταγωνιστική, με τον συνδυασμό μαλακής γόμας - μέσης γόμας να αναδεικνύεται ως η πιο αποτελεσματική επιλογή. Η C5 ήταν η πρωταγωνίστρια του αγώνα, καθώς προσέφερε τη δυνατότητα να διανυθούν μεγάλες αποστάσεις διατηρώντας παράλληλα υψηλό επίπεδο απόδοσης και παρέχοντας το πλεονέκτημα μεγαλύτερης πρόσφυσης σε σχέση με τις άλλες διαθέσιμες γόμες. Οι οδηγοί που τη χρησιμοποίησαν για περίπου το μισό του αγώνα παρουσίασαν πτώση στην απόδοση μόνο στους τελευταίους γύρους. Η σκληρή γόμα δεν αποτέλεσε στρατηγικά ελκυστική επιλογή για τις ομάδες, καθώς προσέφερε λιγότερη πρόσφυση σε σύγκριση με την C4 – η οποία, παρά το γεγονός ότι ήταν μαλακή γόμα, δεν εμφάνισε ουσιαστικά καμία υποβάθμιση – χωρίς όμως να προσφέρει κανένα απτό πλεονέκτημα σε έναν αγώνα που ήταν ήδη ξεκάθαρα προσανατολισμένος σε στρατηγική ενός pit stop. Κατά συνέπεια, παρόλο που η C3 έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε άλλες πίστες, δεν επιλέχθηκε από κανέναν οδηγό στη Σιγκαπούρη».
Ο Ιταλός πρόσθεσε: «Η πτώση απόδοσης των ελαστικών ήταν σε συμφωνία με όσα είχαμε ήδη παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της περιόδου ελεύθερων δοκιμών, ενώ η οπτική κατάσταση των ελαστικών στο τέλος της χρήσης τους ήταν επίσης πολύ ενθαρρυντική, ακόμη και στις μεγαλύτερες αποστάσεις. Η φθορά ήταν διαχειρίσιμη, αν και απαιτούσε έναν βαθμό προσοχής, ιδιαίτερα στο πίσω δεξί ελαστικό».