Υποχρεωτική εγγύηση σε όλα τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα - Τι ισχύει στην Ελλάδα

Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα

Πόσα χρόνια έχει στην διάθεσή του ο αγοραστής για να ασκήσει τα δικαιώματά του και πότε παραγράφεται η ευθύνη του πωλητή;

Πολλά ακούγονται και γράφονται σχετικά με τις εγγυήσεις που πρέπει να έχουν τα καινούρια και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ωστόσο η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ξεκάθαρη και ορίζουν ακριβώς ποιος είναι ο ακριβής χρόνος που διαρκεί η εγγύηση.

Ειδικά στα καινούρια οι εγγυήσεις ξεκινούν από τα 2 έτη και μπορεί να αγγίξουν ακόμη και τα 7 έτη ωστόσο στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα το τοπίο είναι «θολό».

Σύμφωνα με την Ελληνική και Ευρωπαϊκή νομοθεσία και την Προστασία του Καταναλωτή ο χρόνος που δίδεται εγγύηση στα καινούρια και μεταχειρισμένα οχήματα ορίζεται στα 2 χρόνια!

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μάλιστα η εγγύηση των 2 ετών επιβεβαιώνεται και από το υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων και ειδικότερα στην ενότητα της Προστασίας του Καταναλωτή αναγράφεται ότι η νόμιμη εγγύηση στα καινούρια και μεταχειρισμένα προϊόντα είναι:

«Ως νόμιμη εγγύηση ορίζεται η ευθύνη που έχει ο πωλητής αν το προϊόν, κατά την παράδοσή του στον καταναλωτή, είναι ελαττωματικό ή δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά του, όπως αυτά περιγράφονται από τον πωλητή. Η διάρκεια της νόμιμης εγγύησης για καινούργια και μεταχειρισμένα προϊόντα είναι δύο χρόνια. Παρόλα αυτά, ειδικά για τα μεταχειρισμένα προϊόντα, ο πωλητής και ο καταναλωτής, μπορούν να συμφωνήσουν σε μικρότερη περίοδο, αλλά όχι μικρότερη του ενός έτους. Κατά τη διάρκεια της νόμιμης εγγύησης, ο καταναλωτής μπορεί να απευθυνθεί στα Πολιτικά Δικαστήρια, σε περίπτωση διαφωνίας του με τον πωλητή ή σε φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με νομικούς κύκλους στην πραγματικότητα ο όρος «νόμιμη εγγύηση» δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πλέγμα δικαιωμάτων του αγοραστή και αντίστοιχων υποχρεώσεων του πωλητή, εφόσον το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο αποδειχθεί ελαττωματικό ή δεν έχει συνομολογημένες ιδιότητες. Τα δικαιώματα αυτά πρέπει να ασκηθούν από τον  καταναλωτή – αγοραστή μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία παραγραφής, μετά την λήξη της οποίας ο πωλητής μπορεί να αρνηθεί την ευθύνη του επειδή οι αξιώσεις του αγοραστή παραγράφηκαν.

Συνεπώς, στην περίπτωση της πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ο πωλητής έχει ευθύνη για δύο χρόνια από την ημερομηνία παράδοσης του αυτοκινήτου στον αγοραστή. Κρίσιμο είναι ο αγοραστής να έχει ειδοποιήσει εγγράφως τον πωλητή για το ελάττωμα μέσα στη 2ετία, διότι αν το παραλείψει, (π.χ. εκδηλωθεί το ελάττωμα προς το τέλος της διετίας και ο αγοραστής ειδοποιήσει τον πωλητή μετά την διετία) τότε ο πωλητής μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη. Η ευθύνη αυτή επεκτείνεται στα 20 έτη για τον επιτήδειο πωλητή, ο οποίος απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο ελαττώματα του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εάν έχει εγγυηθεί στη σύμβαση πώλησης την καλή λειτουργία του αυτοκινήτου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα («εγγυητική προθεσμία»), η ευθύνη του παραμένει διετής αλλά επεκτείνεται χρονικά αφού ξεκινά να υπολογίζεται όχι από την παράδοση του αυτοκινήτου αλλά, εφόσον η εκδήλωση του ελαττώματος έγινε μέσα στην προθεσμία εγγύησης, από την εμφάνιση του ελαττώματος. Και σε αυτή την περίπτωση, ισχύει παράλληλα η 20ετής ευθύνη του πωλητή σε περίπτωση δόλιας απόκρυψης του ελαττώματος, η οποία υπολογίζεται από την παράδοση του αυτοκινήτου, ακόμα και αν χορηγήθηκε εγγυητική προθεσμία.

Επιπροσθέτως κάποιος επιτήδειος έμπορος, εκτός αστικής ευθύνης (αποζημίωση στον ανυποψίαστο καταναλωτή), έχει ποινική ευθύνη, η οποία μπορεί να ανέλθει σε ποινή φυλάκισης έως 5 ετών. Αν όμως η ζημία που προκλήθηκε στον καταναλωτή υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, τότε τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη και χρηματική ποινή.

Οι καταναλωτές για να μην βρεθούν προ εκπλήξεων καλό θα είναι όταν συμφωνούν την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου να λαμβάνουν γραπτώς από τον επαγγελματία ότι το αυτοκίνητο που απέκτησαν είναι ατρακάριστο, λειτουργεί τέλεια και πως εγγυάται για την καλή λειτουργία του οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μετατεθεί αργότερα ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας ευθύνης και να επεκτείνεται χρονικά η ευθύνη του πωλητή. Επίσης, στοιχειώδες μέτρο προστασίας του αγοραστή είναι να απαιτεί στο πωλητήριο να αναγράφονται και τα διανυθέντα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου που απέκτησε, ώστε σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι είναι γυρισμένα, να μπορεί να αποδείξει ότι το παρέλαβε με γυρισμένα τα χιλιόμετρα και δεν τα έχει γυρίσει εκείνος…

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ποια είναι τα δικαιώματα των καταναλωτών;

Ο νόμος προβλέπει μια σειρά από δικαιώματα του αγοραστή – καταναλωτή, εφόσον εκδηλωθεί ελάττωμα στο μεταχειρισμένο όχημα. Πιο συγκεκριμένα, δικαίωμα επισκευής ή αντικατάστασης του οχήματος, μείωση του τιμήματος αγοράς ή τέλος, υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με την μεταφορά της Οδηγίας 1999/44/EΚ για τις Πωλήσεις σε Καταναλωτές και τις Εγγυήσεις Καταναλωτικών αγαθών από την Ελλάδα ξεκαθαρίζεται ότι η διάρκεια της νόμιμης εγγύησης είναι τα 2 χρόνια και δεν υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή.

Ενώ η πλειοψηφία των κρατών μελών ακολουθούν μια ιεραρχία των δικαιωμάτων των καταναλωτών (από το ελαφρύτερο στο βαρύτερο για τον πωλητή), σε κάποιες χώρες όπως οι Κροατία, Ελλάδα, Λιθουανία, Πορτογαλία και Σλοβενία, οι καταναλωτές έχουν την ελευθερία επιλογής μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών.

Πιο συγκεκριμένα, ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει την επισκευή του ελαττωματικού αυτοκινήτου του με δαπάνες του πωλητή. Αν πάλι η επισκευή της βλάβης είναι αδύνατη, ή ο πωλητής δεν ολοκληρώνει την επανόρθωση εντός εύλογου χρόνου, ή την ολοκλήρωσε αλλά προκάλεσε σημαντική ενόχληση του καταναλωτή(π.χ. το όχημα επισκευάστηκε και η βλάβη επιμένει) ή ζήτησε την αντικατάστασή του με άλλο όχημα με τα ίδια χαρακτηριστικά κι τούτο ήταν αδύνατο ή δυσχαιρές, ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει να κρατήσει το ελαττωματικό όχημα ζητώντας από τον πωλητή την λεγόμενη μείωση του τιμήματος (δηλαδή ο πωλητής να επιστρέψει στον αγοραστή μέρος των χρημάτων που κατέβαλε, ανάλογα με την βαρύτητα του ελαττώματος και τη μείωση της αξίας που αυτό προκαλεί στο όχημα) ή αν δεν έχει λόγο να το κρατήσει, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης, οπότε να προσφερθεί σε απόδοση του ελαττωματικού οχήματος στον πωλητή, ο οποίος, εφόσον την αποδεχθεί, θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό του τιμήματος στον αγοραστή εντόκως, καθώς και ενδεχόμενα έξοδα της διαδικασίας τα οποία είχε επιβαρυνθεί ο αγοραστής. Υπογραμμίζεται, ωστόσο, ότι, αν και ο νόμος προβλέπει ότι ο αγοραστής μπορεί να ασκήσει «κατ’ επιλογήν» του τα δικαιώματα αυτά, στην πραγματικότητα η επιλογή αυτή, δεν μπορεί να είναι εντελώς αυθαίρετη. Έτσι, αν π.χ. πρόκειται για μικρό ελάττωμα που επιδιορθώνεται ευχερώς και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, δεν είναι εύλογο ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει από την πώληση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σημειώνεται επίσης ότι:

(α) Αν ο αγοραστής ασκήσει το δικαίωμα επιδιόρθωσης, δεν χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος, το οποίο μπορεί να ασκήσει στο μέλλον, αν το ελάττωμα δεν αποκαθίσταται από την επιδιόρθωση.

(β) Ο αγοραστής έχει πρόσθετο δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (π.χ. τα έξοδα ταξί για μετάβαση και επιστροφή από την εργασία του για όσο διάστημα επισκευαζόταν το ελαττωματικό όχημα ή ανέμενε την αντικατάστασή του)

(γ) Τα δικαιώματα αυτά προβλέπονται από το νόμο, αλλά η υλοποίησή τους εξαρτάται από την βούληση του πωλητή, ο οποίος μπορεί να αρνηθεί την ευθύνη του, επειδή π.χ. η βλάβη δεν οφείλεται σε ελάττωμα αλλά σε κακή χρήση του οχήματος από τον αγοραστή. Κάτι τέτοιο είναι πιο δύσκολο να το ισχυριστεί βάσιμα ο πωλητής αν το ελάττωμα εκδηλώθηκε μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση. Και τούτο, διότι ο νόμος προβλέπει ότι αν εκδηλώθηκε τόσο σύντομα, θεωρείται ότι προϋπήρχε της πώλησης. Σε κάθε περίπτωση, ο πωλητής θα πρέπει να αποδείξει ότι η βλάβη στο όχημα προκλήθηκε από κακή χρήση του οχήματος από τον αγοραστή και όχι από μηχανικό ελάττωμα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

(δ) Αν δεν υπάρξει εξώδικη (φιλική) επίλυση του θέματος και η διαφορά πωλητή – αγοραστή παραμείνει, θα την επιλύσουν τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον επιδιωχθεί προηγουμένως η εξώδικη επίλυσή της μέσω διαμεσολάβησης.

Στη Δανία ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει επιστροφή χρημάτων αν το ελάττωμα είναι σοβαρό, αλλά όχι αν ο πωλητής προσφέρεται να επιδιορθώσει ή αντικαταστήσει το προϊόν. Δες το άρθρο 78 του Νόμου περί Πώλησης Αγαθών (Købelov).

16 Οι κανόνες της Εσθονίας βασίζονται στην ελευθερία επιλογής επανορθωτικού μέτρου δίνοντας ωστόσο στον πωλητή τη δυνατότητα να διαχειριστεί το ελάττωμα μέσω της επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης.

17 Νομοθετική πράξη 11/2003 – Ευρωπαϊκές κοινότητες (Ορισμένες Πτυχές της Πώλησης και των Εγγυήσεων Καταναλωτικών Αγαθών) Κανονισμοί 2003, http://www.irishstatutebook.ie/eli/2003/si/11/made/en/print

18 Μετά την νομοθετική τροποποίηση του 2015.

19 Ο καταναλωτής οφείλει να ενημερώσει εντός εύλογου χρόνου, σύμφωνα με τ Άρθρο 6.327 του Αστικού Κώδικα Αρ. VIII-1864 της 18ης Ιουλίου 2000.

20 Ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώσει τον πωλητή για τη μη συμμόρφωση του προϊόντος εντός «εύλογου χρόνου» αλλά καθώς αυτός ο χρόνος δεν προσδιορίζεται, πρακτικά σημαίνει δύο χρόνια μετά την παράδοσή του. Σύμφωνα με το άρθρο L. 212-6, παρ. 2 υφίσταται μια δεύτερη διετή προθεσμία για την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από την εγγύηση, η οποία ξεκινά όταν ο καταναλωτής έχει αναφέρει τη μη συμμόρφωση των αγαθών στον έμπορο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

21 Τα επανορθωτικά μέτρα πρέπει να εκτελούνται εντός του μήνα από τον πωλητή. Αν αυτό δεν συμβεί, ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση και να λάβει το σύνολο του τιμήματος του προϊόντος, ή να κρατήσει το προϊόν και να του επιστραφεί μέρος του τιμήματος. Ωστόσο, ο καταναλωτής μπορεί να λάβει περαιτέρω μειώσεις του τιμήματος για ζημία που υπέστη αν μπορεί ο καταναλωτής μπορεί να αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση του ελαττωματικού αγαθού δημιούργησε επιπλέον έξοδα ή ότι ήταν επικίνδυνο για την υγεία.

27 Οι Πολωνικοί κανόνες που εφαρμόζονται από τον Δεκέμβριο του 2014 βασίζονται στην ελευθερία επιλογής επανορθωτικού μέτρου, δίνοντας ωστόσο τη δυνατότητα στον πωλητή τη δυνατότητα να διαχειριστεί το ελάττωμα μέσω της επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης.

Δικαστικές αποφάσεις

Εάν το πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, εμφανισθεί εντός 6 μηνών από την αγορά, τότε τεκμαίρεται, ότι υπήρχε κατά το χρόνο της πώλησης, διευκολύνοντας τη θέση του αγοραστή, ενώ η ευθύνη του πωλητή για την ύπαρξη ελαττωμάτων ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του οχήματος, είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν εξαρτάται από τυχόν υπαιτιότητά του. Ο αγοραστής έχει στη διάθεσή του 2 χρόνια για να ασκήσει τα δικαιώματά του, καθώς η ευθύνη του πωλητή παραγράφεται σε 2 έτη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών: Ο ενάγων, έχοντας δει στην ιστοσελίδα της εναγομένης, που ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, διαφήμιση για πώληση, μεταχειρισμένου αυτοκινήτου εργοστασίου Skoda, με έτος κυκλοφορίας το 2007, 105 ίππων, που είχε διανύσει 57.000 χιλ. και διέθετε μεταξύ άλλων και συναγερμό, αντί τιμήματος 7.900 ευρώ. Πράγματι μετά από επίσκεψη στο κατάστημα της πωλήτριας εταιρίας, συνήψε σύμβαση με την εναγομένη, από την οποία αγόρασε το προπεριγραφόμενο αυτοκίνητο αντί τιμήματος 7.900 ευρώ, το οποίο εξόφλησε 3 μέρες μετά, οπότε και ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του αυτοκίνητου, για το οποίο η εναγομένη τον είχε διαβεβαιώσει ότι είχε διανύσει 57.169 χιλ., ότι έφερε συναγερμό και ότι ήταν ατρακάριστο. Μετά από μία εβδομάδα από την αγορά του αυτοκινήτου, επειδή εμφανίσθηκε υγρασία στην τάπα του λαδιού, μετέφερε ο αγοραστής το αυτοκίνητο σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο της Skoda για έλεγχο, όπου τον πληροφόρησαν ότι το αυτοκίνητο είχε διανύσει περισσότερα χιλιόμετρα από τα αναγραφόμενα στο επικαλούμενο και προσαγόμενο αντίγραφο του βιβλίου σέρβις, στο οποίο εμφανίζεται να έχει γίνει αλλαγή οδοντωτού ιμάντα, ο έλεγχος του οποίου προτείνεται από την αντιπροσωπεία του αυτοκινήτου στα 90.000 χιλιόμετρα. Έπειτα από περαιτέρω έρευνα του ενάγοντα ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου τον διαβεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο του είχε διανύσει τουλάχιστον 90.000 χιλ. και είχε τρακάρει ενόσω ο ίδιος το οδηγούσε.

Στην συνέχεια, εμφανίσθηκαν πραγματικά ελαττώματα στο ως άνω αυτοκίνητο, για την αποκατάσταση των οποίων ο αγοραστής δαπάνησε συνολικά το ποσό των 1.517,95 ευρώ. Στη συνέχεια ο αγοραστής, ανέθεσε σε πραγματογνώμονα να εξετάσει λεπτομερώς το αυτοκίνητο. Πράγματι, ο ως άνω πραγματογνώμων παρουσία τεχνικών της Skoda προέβη στον έλεγχο του αυτοκινήτου που αγόρασε ο ενάγων από την εναγομένη, από τον οποίο προέκυψε ότι το αυτοκίνητο έχει τρακάρει μπροστά και ότι η επισκευή που έχει γίνει είναι τελείως πρόχειρη, ότι είναι σπασμένος ο προφυλακτήρας και η βάση του ψυγείου νερού, η μετώπη είναι στραβωμένη, η τραβέρσα πρόχειρα επισκευασμένη, το καπό κακοφτιαγμένο και η μάσκα πρόχειρα επισκευασμένη, ότι έχει αλλαχθεί το εμπρόσθιο αριστερό φτερό, ο φανός και ο φανός ομίχλης, έχει δε επισκευασθεί το οπίσθιο αριστερό φτερό, ο θόλος και η πόρτα, ενώ το μουαγέ, το ρουλεμάν, το ακρόμπαρο και το Ζαμφόρ του εμπρόσθιου αριστερού τροχού έχουν αλλαχθεί και τα ανταλλακτικά που έχουν μπει είναι μεταχειρισμένα.

Επίσης, διαπιστώθηκε  ότι υπήρχε βλάβη στα όργανα καντράν, ύστερα από σύνδεση με τον υπολογιστή, και βλάβη στην κλειδαριά της πόρτας του οδηγού. Διαπιστώθηκε επίσης ότι το αυτοκίνητο δεν φέρει συναγερμό, ότι ο ιμάντας χρονισμού του κινητήρα είναι αλλαγμένος, ενώ βάσει των χιλιομέτρων που έγραφαν τα όργανα του αυτοκινήτου δεν έπρεπε να αλλαχθεί, και ο ιμάντας αυτός δεν είναι της αντιπροσωπείας αλλά του εμπορίου και ότι η αγοραία αξία του αυτοκινήτου κυμαίνεται στα 7.500 ευρώ χωρίς τα ελαττώματα και λόγω των ζημιών έχει μειωθεί η αγοραστική του αξία κατά 40% και ότι για την αποκατάσταση των παραπάνω ελαττωμάτων θα απαιτηθεί το συνολικό ποσό των 3.400 ευρώ. Η αγωγή έγινε δεκτή καθότι η εναγόμενη ευθύνεται από την σύμβαση για την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων του επίδικου αυτοκινήτου σχετικά με τα διανυθέντα χιλιόμετρα, την έλλειψη συναγερμού και ότι το αυτοκίνητο είχε υποστεί τρακάρισμα, που διαπιστώθηκαν εντός εξαμήνου και, συνεπώς, τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά την παράδοση (537§1 Α.Κ.), η οποία ευθύνη είναι αντικειμενική και υποχρεώθηκε να καταβάλλει στον αγοραστή 3.000 ευρώ που ζητεί ο ενάγων, γενομένου δεκτού του κονδυλίου μείωσης της τιμής του αυτοκινήτου, το οποίο ποσό πρέπει να καταβληθεί σωρευτικά με την αποζημίωση που αφορά την θετική ζημία του ενάγοντα ποσού 1.517,95 ευρώ για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων στα οποία προέβη, πλέον ποσού 61,50 ευρώ για την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τέλος, επιδικάσθηκε και ανάλογη χρηματική ικανοποίησή λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της υπαίτιας και δόλιας συμπεριφοράς της πωλήτριας εταιρίας, η οποία να και γνώριζε ότι η ένδειξη του χιλιομετρητή δεν είναι αληθής, έπεισε τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά του αυτοκινήτου, το οποίο δεν θα αγόραζε αν γνώριζε τα χιλιόμετρα που είχε πράγματι διανύσει, η δε συμπεριφορά της αυτή, αποτελεί εκτός από αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 σε συνδυασμό με το 147 του ΑΚ.

Απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου: Καταρτίστηκε και υπογράφτηκε στην Ρόδο μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης δια της επίσημης εμπορικής της αντιπροσώπου στο νησί, τρίτης εναγόμενης, σύμβαση πώλησης με την οποία η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα ένα αυτοκίνητο-ταξί, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 44.300 ευρώ, το οποίο εξοφλήθηκε ολοσχερώς. Ήδη από τον τρίτο μήνα μετά την παράδοση-παραλαβή του το β κατά την διάρκεια του δεύτερου τακτικού ελέγχου (σέρβις) που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις συνεργείου της τρίτης εναγόμενης-εφεσίβλητης και έχοντας διανύσει ήδη 39.947 χλμ. καθότι επαγγελματικό όχημα, εμφάνισε πρόβλημα μειωμένης απόδοσης ισχύος κινητήριος οπότε οι προστηθέντες της τρίτης προέβησαν αυθημερόν σε καθαρισμό των βαλβίδων του καταλύτη του οχήματος και παρέδωσαν το όχημα στον ενάγοντα. Ωστόσο το ίδιο πρόβλημα επανήλθε δεκαπέντε περίπου ημέρες αργότερα και έκτοτε και για το επόμενο χρονικό διάστημα ο ενάγων διαμαρτυρόμενος επισκέπτονταν το εν λόγω συνεργείο όπου και καταβλήθηκαν προσπάθειες από τους τεχνικούς αντιμετώπισης του προβλήματος. Ένα σχεδόν έτος αργότερα κι ενώ το ανωτέρω πρόβλημα δεν είχε επιλυθεί οριστικά και συγκεκριμένα στις 20-07-2011 οι τεχνικοί της τρίτης εναγομένης προέβησαν σε αλλαγή των βαλβίδων του καταλύτη του οχήματος. Παρά την αντικατάσταση αυτή το πρόβλημα παρέμεινε και επανεμφανίστηκε στις 10-10-2011 οπότε το όχημα είχε διανύσει περί τα 82.000 χλμ. και οι ανωτέρω τεχνικοί προέβησαν σε αντικατάσταση των εγχυτήρων καυσίμου (μπεκ). Ωστόσο το πρόβλημα εξακολούθησε, μεσολάβησε συνεννόηση με ειδικό διαγνώστη της πρώτης εναγόμενης στην Αθήνα, και οι τεχνικοί της τρίτης εναγόμενης προέβησαν αρχικά σε παρέμβαση στην πλεξούδα του αυτοκινήτου, αποκαθισταμένου και πάλι μόνο προσωρινά του προβλήματος. Έτσι τον Μάιο του 2012 οι τεχνικοί της τρίτης εναγομένης πρότειναν την αλλαγή της πλεξούδας και του εγκεφάλου του κινητήρα πρόταση που δεν έγινε δεκτή από τον ενάγοντα, ο οποίος όντας δύσπιστος ως προς την αποτελεσματικότητα της λύσης αυτής από τους ίδιους και έχοντας κλονισθεί για την ικανότητα και δυνατότητα αυτών να προβούν σε οριστική επιδιόρθωση του προβλήματος, παρέλαβε το όχημα του στις 06-06-2012 και μετέφερε αυτό στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της δεύτερης εναγομένης επίσημης επισκευάστριας και διανομέως των αυτοκινήτων «..........» στην Αθήνα εν όψει και της συμπλήρωσης του χρόνου της διετούς προθεσμίας ευθύνης της πωλήτριας εταιρείας (εγγύησης) για εμφανισθέντα ελαττώματα του οχήματος. Στο εν λόγω συνεργείο το όχημα παρέμεινε για το χρονικό διάστημα από 06-06-2012 έως 10-08-2012 όπου αποκαταστάθηκε η καλωδίωση στους εμπρόσθιους χώρους του κινητήρα, έγινε επισκευή της καλωδίωσης του αισθητήρα «Λ» και αντικατάσταση του αισθητήρα θερμοκρασίας πριν τον υπερπληρωτή καυσαερίων και του αισθητήρα θερμοκρασίας για φίλτρο ντίζελ, όμως η βλάβη παρέμεινε οπότε και προέτιναν - σε συνεργασία και με τον εξειδικευμένο επιθεωρητή της πρώτης - ως την μόνη ενδεδειγμένη λύση την πλήρη αντικατάσταση των καλωδιώσεων του κινητήρα και του εγκεφάλου αυτού, ενέργεια η οποία πραγματοποιήθηκε όταν παρελήφθησαν τα αναγκαία ανταλλακτικά από τη Γερμανία όμως και πάλι η λειτουργία του οχήματος δεν αποκαταστάθηκε πλήρως. Ως εκ τούτου προέβησαν σε περαιτέρω ελέγχους οπότε διαπιστώθηκαν λοιπές μη εγκεκριμένες εργοστασιακά επεμβάσεις στην κεντρική καλωδίωση του οχήματος, οι οποίες και αποκαταστάθηκαν με την ορθή συνδεσιμότητα αυτών με τον ενδεδειγμένο τρόπο, και στις 30-07-2012 κλήθηκε ο ενάγων να παραλάβει το όχημα γεγονός που δεν πραγματοποιήθηκε καθώς στην δοκιμαστική διαδρομή από τον τελευταίο παρουσιάστηκε και πάλι μειωμένη απόδοση κινητήρα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ως εκ τούτου παρέμεινε στο ανωτέρω συνεργείο όπου αντικαταστάθηκε μια ακόμη βαλβίδα εναλλαγής στοιχείου υποπίεσης κλαπέτου παράκαμψης στροβιλοσυμπιεστή και μια βαλβίδα ανακύκλωσης αέρα του υπερπληρωτή καυσαερίων (turbo) και παραδόθηκε εντέλει στις 10-08-2012 στον ιδιοκτήτη του (ενάγοντα) που το παρέλαβε επιφυλασσόμενος κάθε νομίμου δικαιώματος του. Μετά ταύτα το Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω δυσλειτουργία του οχήματος συνιστούσε πραγματικό ελάττωμα, οφειλόμενο σε κατασκευαστική αστοχία που υφίστατο ήδη σε λανθάνουσα μορφή κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και συνεπώς και κατά την παράδοση του στον αγοραστή-ενάγοντα. Και μπορεί μεν το ελάττωμα τούτο να μην εκμηδένιζε την αξία του οχήματος δεδομένου ότι δεν αναιρούσε την κατά προορισμό χρήση του αφού ο ενάγων χρησιμοποιούσε τούτο για τον βιοπορισμό του σε καθημερινή βάση διανύοντας δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, επηρέαζε ωστόσο αρνητικά αυτές (αξία και χρήση).

Το ελάττωμα οφείλεται σε αμέλεια της πρώτης εναγόμενης, που ως πωλήτρια εταιρεία δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια στις συναλλαγές, ήτοι δε διέγνωσε εγκαίρως τη δυσλειτουργία αυτή ώστε να μην προβεί στην μεταβίβαση αυτού με το προαναφερθέν ελάττωμα.

Διαβάστε επίσης

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ