«Μαύρο κουτί» στα αυτοκίνητα -Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις αρχές, τι ισχύει με τα πρόστιμα
Το «μαύρο κουτί» που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες από την χρήση του στην αεροπορία, έχει ενσωματωθεί και στα αυτοκίνητα, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των οδηγών.
Οι συσκευές EDR (Event Data Recorder) εξοπλίζουν από το 2022 όλα τα νέα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταγράφοντας κρίσιμα δεδομένα που αφορούν την οδήγηση.
Πρόκειται για συστήματα παρόμοια με τα «μαύρα κουτιά» της αεροπορίας, αφού τα στοιχεία που συλλέγονται αφορούν παραμέτρους όπως η ταχύτητα, οι στροφές του κινητήρα, η χρήση γκαζιού και φρένων, η κατάσταση των ζωνών ασφαλείας, ακόμη και η ενεργοποίηση των αερόσακων.
BUY NOW
Στόχος της Ε.Ε. είναι η ανάλυση των συνθηκών των τροχαίων και η συμβολή στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας.
Η υποχρεωτική εφαρμογή του μέτρου στηρίχθηκε στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2144, ο οποίος προέβλεψε την τοποθέτηση EDR σε όλα τα νέα μοντέλα που λάμβαναν έγκριση τύπου από τις 6 Ιουλίου 2022. Δύο χρόνια αργότερα, στις 7 Ιουλίου 2024, το μέτρο επεκτάθηκε σε όλα τα καινούργια αυτοκίνητα που πωλούνται στην Ε.Ε., ανεξάρτητα από την ημερομηνία έγκρισης τύπου.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προέκυψαν ήταν τι ακριβώς καταγράφει το EDR και ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα. Ο κανονισμός εδώ είναι ξεκάθαρος, αφού οι συσκευές δεν συλλέγουν προσωπικά στοιχεία, όπως η ταυτότητα του οδηγού ή συνομιλίες εντός της καμπίνας. Επίσης, όλα τα δεδομένα παραμένουν ανώνυμα, αποθηκεύονται μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα και έπειτα διαγράφονται, και δεν διαβιβάζονται σε τρίτους, όπως ασφαλιστικές εταιρείες ή ιδιωτικούς φορείς.
Αυτό σημαίνει ότι η αστυνομία δεν έχει τη δυνατότητα να συνδεθεί σε πραγματικό χρόνο με το EDR ενός οχήματος, ώστε να ελέγξει παραβάσεις κατά τη διάρκεια ενός τυπικού τροχονομικού ελέγχου. Τα δεδομένα δεν αποτελούν «ζωντανή ροή» αλλά περιορίζονται σε περίπου 30 δευτερόλεπτα πριν και 30 δευτερόλεπτα μετά από μια σύγκρουση. Ακόμη και η τεχνική πρόσβαση σε αυτά απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και διαδικασίες που ξεπερνούν κατά πολύ έναν απλό έλεγχο στον δρόμο.
Ωστόσο, το τοπίο γίνεται πιο σύνθετο σε περιπτώσεις σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων. Ο κανονισμός επιτρέπει την αποθήκευση δεδομένων όταν υπάρχουν τραυματισμοί ή μεγάλες υλικές ζημιές, ωστόσο η αξιοποίησή τους διέπεται και από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679). Αυτό σημαίνει ότι η χρήση τους υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς και προστατεύεται από ενδεχόμενες καταχρήσεις.
Ο ίδιος νόμος, βέβαια, ορίζει σε άλλο χωρίο ότι τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να αναλύονται περαιτέρω σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο του κάθε μέλους-κράτους, καθώς και για την ίδρυση, άσκηση ή υπεράσπιση νομικών αξιώσεων, είτε σε δικαστικές διαδικασίες είτε σε διοικητικές ή εξώδικες διαδικασίες (παράγραφος 41).
Θεωρητικά αυτό σημαίνει πως οι δικαστικές αρχές μπορούν να εκδώσουν εισαγγελική απόφαση ή ειδικό ένταλμα που να ζητά την πρόσβαση στο μαύρο κουτί του αυτοκινήτου, μόνο όταν κρίνεται απαραίτητο για την υπεράσπιση των νομικών αξιώσεων και όταν το δικαστήριο αποφασίσει ότι συντρέχει νομικός λόγος ανάκλησης πληροφοριών από το σύστημα EDR.
Σημειώνεται δε, πως τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τις δικαστικές διαδικασίες και δεν παρέχονται σε ασφαλιστικές εταιρείες ή τρίτα μέρη για οποιονδήποτε λόγο. Άρα κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εφόσον οι δικαστικές Αρχές το κρίνουν σκόπιμο, η ανάκτηση δεδομένων μπορεί να καταλήξει σε υπαιτιότητα του οδηγού και την επιβολή των σχετικών προστίμων.