Αυτή είναι η πιο αυστηρή ποινή του ΚΟΚ -Πρόστιμό έως 2.000 ευρώ και 1 χρόνο φυλακή στους παραβάτες οδηγούς
Το νομικό πλαίσιο που διέπει την κυκλοφορία στους ελληνικούς δρόμους έχει γίνει αισθητά αυστηρότερο, με τους οδηγούς να καλούνται πλέον να επιδεικνύουν μεγάλη προσοχή στις μετακινήσεις τους.
Τα τροχαία ατυχήματα και οι απώλειες ανθρώπινων ζωών εξακολουθούν να αποτελούν μια σκληρή πραγματικότητα στους ελληνικούς δρόμους, με τα επίσημα στοιχεία να αναδεικνύουν τη σοβαρότητα του προβλήματος και την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ασφάλεια στο οδικό δίκτυο βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο τόσο της πολιτείας, όσο και των αρμόδιων αρχών.
BUY NOW
Σε αυτό το πλαίσιο, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια σαφής αλλαγή στρατηγικής, με εντατικοποίηση των ελέγχων και αξιοποίηση σύγχρονων μέσων επιτήρησης στους δρόμους, όπως είναι φυσικά οι κάμερες ταχύτητας.
Παράλληλα, η εφαρμογή του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από τις αρχές του έτους έρχεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη δέσμευση αυτή, έχοντας φέρει αυστηρότερες κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις και επιβάλλοντας τόσο διοικητικές όσο και ποινικές συνέπειες στους παραβάτες.
Ανάμεσα στις πιο αυστηρά τιμωρούμενες παραβάσεις που έφερε ο νέος ΚΟΚ συγκαταλέγεται η οδήγηση χωρίς την απαραίτητη άδεια, ήτοι το δίπλωμα οδήγησης.
Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 98 του νέου ΚΟΚ ορίζει πως η παράβαση για αυτόν που καταλαμβάνεται να οδηγεί και στερείται ή δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια οδήγησης, ή η άδεια οδήγησής του έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί για οποιονδήποτε λόγο, κατατάσσεται στην κατηγορία Ε4 και στον παραβάτη επιβάλλονται η επί τόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για ένα (1) έτος, εφόσον υπάρχει και των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος, για τριάντα (30) ημέρες, ενώ καλείται να πληρώσει πρόστιμο 700 ευρώ, αν μιλάμε για επιβατικό όχημα και 500 ευρώ για μοτοσικλέτες.
Επιπλέον των διοικητικών κυρώσεων, αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί όχημα, ενώ η άδεια οδήγησής του έχει αφαιρεθεί για παραβάσεις του παρόντος νόμου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Ταυτόχρονα, εάν ένας οδηγός στερείται ή δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια και προκαλέσει τροχαίο ατύχημα που έχει ως αποτέλεσμα σοβαρή σωματική βλάβη, σημαντική ζημία σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις ή θάνατο (ή θανάτους πολλών ανθρώπων), η ποινή καθορίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για επικίνδυνη οδήγηση (άρθρο 290Α, ν. 4619/2019).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 290Α, ν. 4619/2019 του Ποινικού Κώδικα, οδηγός που κατηγορείται για επικίνδυνη οδήγηση, τιμωρείται με:
- Φυλάκιση έως τρία (3) έτη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.
- Φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.
- Κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.
- Κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.
Eπιπλέον, όποιος, στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, οδηγεί επικίνδυνα από αμέλεια και η πράξη του μπορεί να δημιουργήσει κοινό κίνδυνο για ξένα πράγματα ή κίνδυνο για ανθρώπους, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή με χρηματική ποινή.
Παράλληλα, ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) προβλέπει, σύμφωνα με το Άρθρο 101 «Ειδικές περιπτώσεις αφαίρεσης άδειας οδήγησης», ότι όποιος οδηγεί όχημα κατά το διάστημα που του έχει αφαιρεθεί η άδεια για οποιονδήποτε λόγο, εκτός των λοιπών προβλεπόμενων ποινών, χάνει, με απόφαση του δικαστηρίου, το δικαίωμα επαναχορήγησης της άδειας για τρία (3) επιπλέον έτη.
Σε περίπτωση που γίνει υπαίτιος τροχαίου ατυχήματος με τραυματισμό ή θάνατο, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει ακόμη και τη δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης οποιουδήποτε οδικού οχήματος.
Μάλιστα, η οδήγηση χωρίς τις προβλεπόμενες άδειες εμπίπτει και στο καθεστώς υποτροπών που εισάγει ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), με τις επαναλαμβανόμενες παραβάσεις να τιμωρούνται με κλιμακούμενες ποινές.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 110 «Υποτροπή - Σύστημα ελέγχου συμπεριφοράς των οδηγών», σε περίπτωση που οδηγός εντοπιστεί για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα πέντε ετών να οδηγεί χωρίς να κατέχει την προβλεπόμενη ισχύουσα άδεια οδήγησης, σύμφωνα με τις περ. β) και γ) της παρ. 4 του άρθρου 98, περί αδειών οδήγησης, κυρώσεων και αδειών εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών, και της παρ. 4 του άρθρου 100, περί αδειών οδήγησης αγροτικών μηχανημάτων και μηχανημάτων έργου, στον παραβάτη οδηγό επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης για τέσσερα (4) έτη.
Σε περίπτωση διάπραξης για τρίτη φορά μέσα σε διάστημα πέντε ετών από την αμέσως προηγούμενη διάπραξη των παραβάσεων της περ. β της παρ. 3, στον παραβάτη οδηγό επιβάλλονται διοικητικό πρόστιμο τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ και το διοικητικό μέτρο της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης για οκτώ (8) έτη.
Μάλιστα,το δικαίωμα συμμετοχής του οδηγού στην εξέταση για απόκτηση άδειας οδήγησης μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος αφαίρεσης της άδειας οδήγησης, πραγματοποιείται μόνο με την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής των διοικητικών προστίμων, σύμφωνα με το άρθρο 107, κατά περίπτωση, ενώ τα διοικητικά μέτρα του νόμου περί υποτροπών επιβάλλονται και εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα με τις σχετικές ποινικές κυρώσεις.
Στο σχετικό άρθρο του νέου ΚΟΚ περί υποτροπών σημειώνεται πως για τις παραβάσεις που επισύρουν στερητική της ελευθερίας ποινή, ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα του παρόντος τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση πλημμελήματος που τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη, το ελάχιστο όριο της ποινής για τον υπότροπο αυξάνεται κατά τρεις (3) μήνες. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων, το ελάχιστο όριο αυτής αυξάνεται κατά έξι (6) μήνες, ενώ σε περίπτωση κακουργήματος, το ελάχιστο όριο αυξάνεται κατά δύο έτη.
Διαβάστε επίσης: