Range Rover Evoque

Ηλεκτρικό scooter ή βενζίνης; Τι κερδίζεις στην πράξη

ω

Τα ηλεκτρικά scooter έχουν μπει δυνατά στην αστική μετακίνηση, όχι μόνο επειδή δεν καίνε βενζίνη, αλλά γιατί αλλάζουν συνολικά το κόστος χρήσης, τη συντήρηση και την καθημερινή εμπειρία του αναβάτη.

Η ηλεκτροκίνηση έχει πλέον περάσει σε όλες τις πτυχές της μετακίνησης και για πολλούς αποτελεί ήδη μέρος της καθημερινότητάς τους. Στα αυτοκίνητα, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή, με όλο και περισσότερες επιλογές να καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες, ενώ και στους δύο τροχούς τα ηλεκτρικά μοντέλα δεν εμφανίζονται πια ως «εναλλακτικές λύσεις», αλλά ως ουσιαστικές προτάσεις αστικής μετακίνησης.

Ειδικά στην κατηγορία των scooter, η μετάβαση έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ο λόγος είναι απλός, αφού το scooter είναι κατεξοχήν εργαλείο πόλης. Γράφει τα περισσότερα χιλιόμετρα εντός αστικού ιστού, συχνά σε βαριά κυκλοφοριακή συμφόρηση, κινείται κυρίως σε μικρές ή μεσαίες αποστάσεις από τη «βάση» του, σταματά και ξεκινά συνεχώς, ενώ για αρκετούς επαγγελματίες αποτελεί πραγματικό μέσο δουλειάς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Άρα, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν ένα ηλεκτρικό scooter είναι πιο «πράσινο», αλλά αν είναι και πιο πρακτικό απέναντι σε ένα συμβατικό scooter 125 κ.εκ. και τι κερδίζει τελικά ο χρήστης στην καθημερινότητά του.

Για να το δούμε πιο καθαρά, παίρνουμε ως παράδειγμα το Ecoshift NOOS, ένα 100% ηλεκτρικό scooter της κατηγορίας L3e-A1, δηλαδή ουσιαστικά ισοδύναμο με scooter 125 κ.εκ. Η σύγκριση με ένα συμβατικό 125άρι δεν είναι τυχαία, αφού, εκτός από το ότι μιλάμε για παρόμοια χαρακτηριστικά χρήσης, στη συγκεκριμένη κατηγορία κινείται ο ιδιώτης που θέλει οικονομική μετακίνηση στην πόλη, αλλά και ο επαγγελματίας που ψάχνει χαμηλό κόστος χρήσης κι αξιοπιστία.

Η πρώτη και πιο προφανής διαφορά είναι το κόστος κίνησης. Ένα συμβατικό scooter 125 κ.εκ. με μέση κατανάλωση περίπου 2,8 λτ./100 χλμ. και τιμή βενζίνης στα 2 ευρώ/λίτρο χρειάζεται περίπου 5,6 ευρώ για κάθε 100 χλμ. Στην πράξη, ανάλογα με τη χρήση, το φορτίο, την κίνηση και τον τρόπο οδήγησης, το κόστος μπορεί εύκολα να κινηθεί στα 5 έως 7 ευρώ ανά 100 χλμ. Αντίθετα, ένα ηλεκτρικό scooter σαν το NOOS έχει ενεργειακό κόστος λειτουργίας περίπου 0,60 έως 0,90 ευρώ ανά 100 χλμ. ή στα 1,4 έως 1,9 ευρώ με πιο δυναμική οδήγηση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν απλή διαφορά λίγων ευρώ, όμως όταν μπει σε ετήσια βάση αλλάζει όλη την εικόνα. Ένας αναβάτης ή ένας επαγγελματίας που κάνει περίπου 15.000 χλμ. τον χρόνο, με ένα συμβατικό scooter 125 κ.εκ. θα χρειαστεί κατά μέσο όρο περίπου 840 ευρώ ετησίως μόνο για βενζίνη. Με το NOOS, το αντίστοιχο ετήσιο κόστος ενέργειας μπορεί να κινηθεί περίπου στα 120 έως 180 ευρώ στο Eco Mode ή στα 210 έως 285 ευρώ στο Dynamic Mode. Άρα, μόνο από το «καύσιμο», η διαφορά μπορεί να φτάσει περίπου τα 600 έως 700 ευρώ τον χρόνο.

Η εξοικονόμηση δεν έρχεται όμως μόνο επειδή το ρεύμα στοιχίζει λιγότερο. Ο αναβάτης κερδίζει ακόμα περισσότερα επειδή τα ηλεκτρικά scooter έχουν μια εντελώς διαφορετική μηχανική φιλοσοφία. Δεν υπάρχουν λάδια κινητήρα, φίλτρα, εξάτμιση, ιμάντες με την ίδια λογική φθοράς, θερμική καταπόνηση και όλα εκείνα τα μικρά αλλά σταθερά έξοδα που συνοδεύουν ένα συμβατικό scooter. Το ηλεκτρικό σύστημα κίνησης έχει λιγότερα μηχανικά μέρη που φθείρονται, κάτι που περιορίζει τις ανάγκες συντήρησης και κάνει το κόστος πιο προβλέψιμο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε έναν ιδιώτη αυτό σημαίνει λιγότερες επισκέψεις στο συνεργείο και μικρότερα ετήσια έξοδα. Για έναν επαγγελματία ή έναν διαχειριστή στόλου, όμως, είναι ακόμα πιο ουσιαστικό, αφού σημαίνει λιγότερο downtime, δηλαδή λιγότερο χρόνο ακινητοποίησης λόγω βλάβης, συντήρησης ή φόρτισης. Γιατί όταν ένα scooter δεν δουλεύει, δεν παράγει έργο και άρα δεν φέρνει χρήματα πίσω στην επιχείρηση.

Στην περίπτωση του NOOS, πέρα από τις μειωμένες ανάγκες συντήρησης, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αποσπώμενες μπαταρίες. Διαθέτουν κελιά Samsung, μπορούν να φορτιστούν από απλή οικιακή πρίζα χωρίς ανάγκη ειδικής υποδομής, ενώ κάθε μία ζυγίζει 12,5 κιλά. Αυτό σημαίνει ότι η φόρτιση μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από το όχημα, μειώνοντας τον χρόνο ακινητοποίησης και κάνοντας πιο εύκολη τη διαχείριση της καθημερινής χρήσης. Η έκδοση με δύο μπαταρίες μπορεί να φτάσει έως και τα 131 χλμ. αυτονομίας, καλύπτοντας με άνεση τις περισσότερες αστικές μετακινήσεις.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για τον ιδιώτη, αυτή η λογική λύνει ένα βασικό άγχος γύρω από το πού και πώς θα φορτίζει, αφού δεν χρειάζεται απαραίτητα wallbox, ούτε αναζήτηση δημόσιου φορτιστή, απλά αφαιρεί τη μπαταρία, τη φορτίζει και συνεχίζει. Για τον επαγγελματία, το όφελος είναι ακόμη πιο πρακτικό, καθώς μπορεί να οργανώσει καλύτερα τους χρόνους φόρτισης, να περιορίσει τις νεκρές ώρες και να κρατήσει το scooter περισσότερο χρόνο διαθέσιμο στον δρόμο.

Παράλληλα, υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης επιπλέον backup μπαταριών, οι οποίες φορτίζουν εντός της επιχείρησης και ουσιαστικά μηδενίζουν τον χρόνο ακινητοποίησης του scooter. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για delivery, last-mile μεταφορές και εταιρικούς στόλους, όπου κάθε ώρα λειτουργίας μετράει.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στο οδηγικό κομμάτι, η διαφορά γίνεται αισθητή από το πρώτο άνοιγμα του γκαζιού. Ένα ηλεκτρικό scooter δεν χρειάζεται να ανεβάσει στροφές για να αποδώσει. Η ροπή έρχεται άμεσα, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς θόρυβο κινητήρα και χωρίς κραδασμούς, με το NOOS να έχει τελική ταχύτητα έως 80 χλμ./ώρα και να χρειάζεται μόλις 3,5 δευτερόλεπτα για να πιάσει από στάση τα πρώτα 50 χλμ./ώρα.

Μέσα στην πόλη, όπου τα σταμάτα-ξεκίνα είναι συνεχόμενα, αυτό μεταφράζεται σε πιο ξεκούραστη μετακίνηση, πιο άμεσες εκκινήσεις και λιγότερη κόπωση για τον αναβάτη.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει και το τεχνολογικό κομμάτι, το οποίο στα σύγχρονα ηλεκτρικά scooter έχει πραγματική αξία. Το NOOS διαθέτει ενσωματωμένη συνδεσιμότητα 4G, Bluetooth και Wi-Fi, έγχρωμη οθόνη TFT 8 ιντσών, keyless λειτουργία, θύρες USB-A και USB-C, καθώς και ανατροφοδοτούμενη πέδηση. Μέσω της εφαρμογής NOOS, ο χρήστης μπορεί να παρακολουθεί στοιχεία του scooter, όπως την κατάσταση της μπαταρίας, ενώ υπάρχουν δυνατότητες διαχείρισης χρηστών και πρόσθετες λειτουργίες που ενισχύουν την καθημερινή χρηστικότητα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι λεπτομέρεια. Το Ecoshift NOOS είναι ελληνικά σχεδιασμένο και ελληνικά συναρμολογημένο. Αυτό σημαίνει ότι ο χρήστης δεν αγοράζει ένα άγνωστο εισαγόμενο ηλεκτρικό scooter χωρίς ξεκάθαρη τεχνική υποστήριξη, χωρίς επαφή με τον κατασκευαστή και χωρίς σιγουριά για το τι θα γίνει σε βάθος χρόνου. Το NOOS εξελίχθηκε με βάση τις ανάγκες της ελληνικής και ευρωπαϊκής αγοράς, με δοκιμές σε πραγματικές συνθήκες σε Ελλάδα και Ισπανία, ενώ πίσω του υπάρχει τοπική τεχνική υποστήριξη και ελληνική ομάδα μηχανικών.

Αυτό για τον ιδιώτη σημαίνει μεγαλύτερη ασφάλεια μετά την αγορά, ενώ για τον επαγγελματία είναι ακόμα πιο ουσιαστικό, αφού έχει πιο άμεση επικοινωνία, καλύτερη διαθεσιμότητα υποστήριξης, δυνατότητα προσαρμογής και λιγότερη αβεβαιότητα σε σχέση με ένα προϊόν που απλώς εισάγεται και πωλείται χωρίς ισχυρό οικοσύστημα από πίσω.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στην περίπτωση του NOOS υπάρχει και η Cargo εκδοχή, η οποία έχει σχεδιαστεί με ξεκάθαρο επαγγελματικό προσανατολισμό. Με σταθερό πλαίσιο, τροχούς 14 ιντσών, ρυθμιζόμενη πίσω ανάρτηση και δυνατότητα εξειδικευμένου cargo εξοπλισμού, δεν πρόκειται για ένα απλό scooter που προσαρμόστηκε εκ των υστέρων για delivery.

Το κρίσιμο σημείο, φυσικά, είναι η τιμή. Ναι, η αρχική απόκτηση ενός ηλεκτρικού scooter όπως το NOOS μπορεί να είναι ακριβότερη από ένα συμβατικό scooter 125 κ.εκ. Όμως αυτή είναι μόνο η μισή εικόνα, αφού αν δει κανείς το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας, τα δεδομένα αλλάζουν. Με βάση ένα σενάριο χρήσης 15.000 χλμ. τον χρόνο, η εξοικονόμηση από την ενέργεια μπορεί να φτάσει έως και τα 700 ευρώ ετησίως. Αν σε αυτό προστεθεί και η μειωμένη συντήρηση, με πιθανό όφελος έως 450 ευρώ τον χρόνο ανάλογα με τη χρήση, τότε η συνολική ετήσια εξοικονόμηση μπορεί να προσεγγίσει τα 1.150 ευρώ.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με απλά λόγια, αν η διαφορά τιμής αγοράς σε σχέση με ένα αντίστοιχο συμβατικό 125άρι βρίσκεται περίπου στην περιοχή των 3.000 ευρώ, τότε ένας χρήστης με καθημερινή χρήση μπορεί να τη σβήσει σε περίπου τρία χρόνια. Σε ακόμα πιο εντατική επαγγελματική χρήση, όπως σε delivery ή εταιρικό στόλο που γράφει περισσότερα χιλιόμετρα, ο χρόνος απόσβεσης μπορεί να μειωθεί ακόμα περισσότερο. Άρα, το NOOS δεν πρέπει να κρίνεται μόνο με το τι πληρώνεις την πρώτη μέρα, αλλά με το τι πληρώνεις συνολικά στα επόμενα χρόνια.

Στο τέλος, η σύγκριση ηλεκτρικού scooter και συμβατικού 125 κ.εκ. δεν έχει μία απάντηση για όλους. Αν κάποιος κάνει λίγα χιλιόμετρα τον χρόνο και κοιτά μόνο το χαμηλότερο αρχικό κόστος, το βενζινοκίνητο scooter ίσως τον εξυπηρετεί καλύτερα. Αν όμως μιλάμε για καθημερινή χρήση, πολλά χιλιόμετρα, επαγγελματική αξιοποίηση, χαμηλό λειτουργικό κόστος και λιγότερη συντήρηση, τότε η ηλεκτρική πρόταση αρχίζει να βγάζει όλο και περισσότερο νόημα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το Ecoshift NOOS δεν έρχεται απαραίτητα για να «τα βάλει» με ένα θερμικό 125άρι scooter, αλλά για να δείξει ότι η αστική μετακίνηση μπορεί να γίνει πιο αποδοτική σε επίπεδο κόστους χρήσης, καθημερινής ευκολίας, συντήρησης, συνδεσιμότητας και υποστήριξης μετά την αγορά και το σημαντικότερο βιώσιμη, συνεισφέροντας σημαντικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Με ελληνικό σχεδιασμό και συναρμολόγηση, αλλά και εξειδικευμένη τεχνική υποστήριξη, αποτελεί μια πιο έξυπνη πρόταση για όσους δεν κοιτάζουν μόνο την τιμή αγοράς, αλλά το πραγματικό κόστος κάθε χιλιομέτρου.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ