Πρώτη δοκιμή στην Ελλάδα: XPeng G6 AWD Performance
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΩΤΣΙΟΠΟΥΛΟΣ / PHOTOS: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΟΣ
Με 487 ίππους, τετρακίνηση και «αστραπιαίες» ταχύτητες φόρτισης, το G6 της XPeng ξεκινάει την παρουσία του στη χώρα μας, θέλοντας να μας γνωρίσει με τον καλύτερο τρόπο τη νέα μάρκα.
Η XPeng συμπληρώνει φέτος μόλις 12 χρόνια ζωής, όμως έχει καταφέρει μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα να κάνει αισθητή την παρουσία της στην παγκόσμια τεχνολογική σκηνή, έχοντας εξελίξει όχι μόνο προηγμένα αυτοκίνητα, αλλά και τεχνολογίες ΑΙ, ιπτάμενων ταξί και ρομπότ.
Το νέο G6 είναι λοιπόν ένα από τα δύο αυτοκίνητα (το δεύτερο είναι το G9) που σηματοδοτεί επίσημα την είσοδο της XPeng στην ελληνική αγορά, μέσω της ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΜΑΕΕ που φέρνει στη χώρα μας τη SEAT και τη CUPRA και ανήκει στον όμιλο Autohellas, ο οποίος στο χαρτοφυλάκιό του έχει μεταξύ άλλων και τις Hyundai και Kia. Με έναν εισαγωγέα που ξέρει καλά τι σημαίνει πλήρες δίκτυο, υποστήριξη και after sales, το G6 δεν έρχεται απλώς σαν ένα ακόμα ηλεκτρικό SUV, αλλά σαν μια βασική πρόταση απέναντι στους καθιερωμένους παίκτες της κατηγορίας.
BUY NOW
Οπτικά, το G6 είναι ένα κουπέ SUV με καθαρές γραμμές και minimal λογική, χωρίς σχεδιαστικές ακρότητες αλλά με φουτουριστικό χαρακτήρα, αφού σύμφωνα με την εταιρεία η έμπνευση ήταν από διαστημόπλοιο, τη στιγμή που ο αεροδυναμικός του συντελεστής βρίσκεται μόλις στo cd: 0,248.
Το μήκος του φτάνει τα 4,76 μέτρα, το πλάτος σχεδόν τα 1,92 και το ύψος τα 1,65, κάτι που εκτός από επιβλητικό σε διαστάσεις, μεταφράζεται όπως θα δούμε και παρακάτω σε μεγάλους χώρους για την κατηγορία.
Στο εμπρόσθιο μέρος ξεχωρίζει το νέο LED φωτιστικό σώμα που εκτείνεται σε όλο το πλάτος, κάνοντας το να δείχνει πιο «high-tech» τη νύχτα και προσφέροντας του μια ξεχωριστή φωτεινή υπογραφή, ενώ οι ζάντες των 20 ιντσών, οι θόλοι στο χρώμα του αμαξώματος και η κεκλιμένη γραμμή της οροφής προσφέρουν ένα σπορτίφ τόνο όταν το κοιτάς προφίλ.
Το πίσω μέρος ακολουθεί τη λογική του εμπρός ως προς τη σχεδίαση, με τα λεπτά φωτιστικά σώματα να αγκαλιάζουν την πόρτα του χώρου αποσκευών αναδεικνύοντας το «ducktail» πάνω της. Επιπλέον το μοντέλο προσφέρεται και σε black edition έκδοση (δεν είναι της δοκιμής), όπου όπως φανερώνει το όνομα, το μαύρο χρώμα κυριαρχεί εξωτερικά, εσωτερικά και σε λεπτομέρειες, με την έμπνευση να έρχεται από τα μαχητικά αεροσκάφη stealth.
Μπαίνοντας μέσα, η εικόνα που αντικρίζεις έρχεται σε αρμονία με την εξωτερική εμφάνιση, αφού έχει minimal αισθητική και premium προσανατολισμό. Τα υλικά είναι από το πάνω ράφι, οι επιφάνειες στην πλειονοψηφία τους μαλακές, με ποιοτικό φινίρισμα και στιβαρή συναρμογή, και δεν νιώθεις ότι κάπου έγινε προχειροδουλειά, ούτε στο πίσω μέρος όπου συνηθώς τα στάνταρ κατεβαίνουν προς όφελος του κόστους.
Την συνολική αίσθηση αναβαθμίζουν μικρές σχεδιαστικές λεπτομέρειες, όπως η επένδυση τύπου ξύλου στο ταμπλό, η επένδυση οροφής τύπου suede και τα πιο «παιχνιδιάρικα» μοτίβα στα ηχεία των θυρών.
Η θέση οδήγησης αξίζει ειδική αναφορά, αφού ενώ στην πραγματικότητα κάθεσαι ψηλά όπως συμβαίνει σε όλα τα ηλεκτρικά SUV, οι δυνατότητες ρύθμισης του καθίσματος και του τιμονιού σου δίνουν την αίσθηση ότι είσαι πιο χαμηλά, κάτι που ενισχύει την πιο σπορ διάθεση, χωρίς όμως να χάνεις την καλή περιμετρική ορατότητα που συμπληρώνεται από τα μεγάλα παράθυρα.
Από εκεί και πέρα, τα μπροστά καθίσματα είναι ηλεκτρικά ρυθμιζόμενα, θερμαινόμενα, αεριζόμενα και με λειτουργία μασάζ, ενώ θερμαινόμενα είναι και τα πίσω. Το διάκτινο τιμόνι φέρει τα μοναδικά φυσικά κουμπιά του εσωτερικού μέσω των οποίων χειρίζονται το ηχοσύστημα, ο κλιματισμός και το cruise control, έχοντας έναν σχεδιασμό εκτός των συνηθισμένων.
Μπροστά από τον οδηγό, υπάρχει ένας ψηφιακός πίνακας οργάνων 10,2 ιντσών, που προσφέρει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες χωρίς όμως να έχει δυνατότητα παραμετροποίησης. Στο κέντρο δεσπόζει μια οθόνη 15,6 ιντσών και μέσω αυτής γίνονται σχεδόν τα πάντα.
Είναι αρκετά γρήγορη και φέρει ανάλυση 2,4K, με άμεσες αντιδράσεις και δυνατότητα σύνδεσης με Apple CarPlay και Android Auto, ενώ δέχεται over-the-air ενημερώσεις. Το μόνο ζήτημα είναι ότι υπάρχουν τόσα πολλά υπομενού και λειτουργίες που ο οδηγός θα πρέπει να επενδύσει λίγες ώρες για να το μάθει καλά ώστε να βρίσκει άμεσα π.χ. την αλλαγή των drive mode, τα συστήματα υποβοήθησης ή το καλιμπράρισμα της ταχύτητας κίνησης των υαλοκαθαριστήρων στο auto mode.
Η κεντρική αιωρούμενη κονσόλα έχει μεγάλο αποθηκευτικό χώρο και διαθέτει δύο ασύρματες θέσεις φόρτισης 50W με ψύξη, ενώ το μοντέλο διαθέτει ψηφιακό καθρέπτη οπισθοπορείας και πανοραμική ηλιοροφή, που προσφέρει προστασία 99,9% από την υπεριώδη ακτινοβολία.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε και στα ξεχωριστά στάνταρ στοιχεία εξοπλισμού του G6 όπως είναι η αντλία θερμότητας, ο αυτόματος διζωνικός κλιματισμός, το X-OPERA surround ηχοσύστημα με 18 συνολικά ηχεία και το ψηφιακό κλειδί, η NFC κάρτα και το V2L.
Στο κομμάτι των χώρων, το G6 είναι από τα πιο ευρύχωρα της κατηγορίας, με το μεταξόνιο των 2,89 μέτρων και την έλλειψη κεντρικού τούνελ να ενισχύουν την άνεση των επιβατών. Υπάρχει άπλετος χώρος για πόδια και κεφάλια, με τα μπροστά καθίσματα να μπορούν να ξαπλώσουν σχεδόν τελείως ώστε να δημιουργηθεί ένα «κρεβάτι», ενώ τα πίσω μπορούν να φιλοξενήσουν με άνεση 3 ενήλικες, τη στιγμή που έχουν ανάκληση έως 11,4 μοίρες για ακόμα πιο ξεκούραστες διαδρομές.
Το πορτ-μπαγκάζ βρίσκεται στα 571 λίτρα, από τα μεγαλύτερα της κατηγορίας, έχοντας φαρδύ άνοιγμα και χαμηλό κατώφλι φόρτωσης. Από την άλλη δεν υπάρχει frunk μπροστά, αλλά ούτε ντουλαπάκι συνοδηγού, κάτι που ίσως ξενίσει τους πιο «παραδοσιακούς» οδηγούς. Στη θέση του παραδοσιακού πλαϊνού ντουλαπιού, υπάρχει στην κεντρική κονσόλα ένας πολύ βαθύς αποθηκευτικός χώρος για μικρά και μεγάλα αντικείμενα.
Όσον αφορά στα μηχανικά σύνολα, το G6 εφοδιάζεται με δυο διαφορετικές μπαταρίες και διατίθεται σε 3 ιπποδυνάμεις. Η βασική έκδοση έχει μπαταρία 68 kWh, 252 ίππους και αυτονομία έως 470 χιλιόμετρα, ενώ η πισωκίνητη Long Range εφοδιάζεται με μπαταρία χωρητικότητας 80,8 kWh που προσφέρει αυτονομία έως 525 χιλιόμετρα και 296 ίππους.
Εμείς στην κατοχή μας είχαμε την κορυφαία Long Range Pro Performance AWD επιλογή, που σε αντίθεση με τις άλλες δυο έρχεται με δύο ηλεκτροκινητήρες, οι οποίοι εκτός από την τετρακίνηση προσφέρουν συνδυαστικά 487 ίππους και ροπή που αγγίζει τα 660 Nm. Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό, με το μοντέλο να ολοκληρώνει τη διαδικασία 0-100 χλμ./ώρα σε μόνο 4,1 δευτερόλεπτα και να έχει τελική ταχύτητα 202 χλμ./ώρα.
Ενδιαφέρον είναι ότι στο Sport mode ο οδηγός μπορεί να επιλέξει τη λειτουργία launch όπου προσφέρει ακόμα 10 Nm ροπής για πιο άμεσο ξεκίνημα. Η μπαταρία των 80,8 kWh θεωρητικά δίνει αυτονομία έως 510 χλμ. σε WLTP και μέση κατανάλωση 18,4 kWh/100 χλμ, μια τιμή που όχι μόνο πιάσαμε εύκολα στη δοκιμή μας αλλά την ρίξαμε στις 17,9 kWh/100 χλμ.
Εντυπωσιακές είναι και οι ταχύτητες φόρτισης που προσφέρει η πλατφόρμα SIC 800V στην οποία βασίζεται το μοντέλο. Η μέγιστη ισχύς στις Long Range και Performance φτάνει τα 451 kW, κάτι που επιτρέπει 10-80% σε μόλις 12 λεπτά, αν βρεις τόσο δυνατό φορτιστή. Ακόμα και σε 350-400 kW, μιλάμε για περίπου 13-14 λεπτά, ενώ κορυφαίο νούμερο προσφέρει και η βασική έκδοση με 362 kW.
Στην πόλη, το G6 δεν νιώθει έξω από τα νερά του, παρά το γεγονός ότι μιλάμε για ένα αυτοκίνητο 4,76 μέτρων μήκους. Η καλή περιμετρική ορατότητα, ο κύκλος στροφής των 11,6 μέτρων, οι περιμετρικές κάμερες και τα ραντάρ κάνουν τις αστικές μετακινήσεις εύκολη υπόθεση.
Σε αυτό βοηθάει και η αίσθηση του γκαζιού, αφού δεν έχει την νευρική απόκριση που συχνά υπάρχει σε αντίστοιχα ισχυρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά έχει μια πιο ρέουσα απελευθέρωση της ιπποδύναμης που μπορείς να την φέρεις στα μέτρα σου ανάλογα με το ποιο από τα τέσσερα οδηγικά mode επιλέγεις (Eco, Normal, Sport και Individual).
Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και στο φρενάρισμα, με τα τρία επίπεδα ρύθμισης που προσφέρει να έχουν ουσιαστικές διαφορές. Στο Smooth mode, το πεντάλ βυθίζεται μαλακά με την αίσθηση να είναι πιο ξύλινη, στο Moderate είναι πιο ισορροπημένα τα πράγματα, ενώ στη Sharp το φρενάρισμα είναι άμεσο και έντονο.
Το G6 φέρει ένα ραφιναρισμένο σύστημα ανάκτησης ενέργειας, όπου εκτός από τα κλασικά Low, Medium, High υπάρχει και το X-Pedal. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα σύστημα που θυμίζει one-pedal αλλά σε αντίθεση με αντίστοιχα δεν είναι τόσο ακραίο στο άφημα του γκαζιού, έχοντας όμως ως αποτέλεσμα να χρειαστεί να τσιμπήσεις το φρένο για να σταματήσει τελείως.
Η ανάρτηση με διπλά ψαλίδια εμπρός-πίσω είναι ρυθμισμένη προς την άνεση, αλλά έχει το set-up που χρειάζεται το βάρος του αυτοκίνητου. Με απλά λόγια θα ανταπεξέλθει με επιτυχία στις περισσότερες κακοτεχνίες, αλλά τις πιο έντονες δεν τις φιλτράρει όσο βελούδινα θα θέλαμε.
Βγαίνοντας από την πόλη και ανεβάζοντας ρυθμό, το G6 επιβεβαιώνει ότι μπορεί να προσφέρει στιγμές αδρεναλίνης, αλλά πάντα έχοντας ως βάση ότι μιλάμε για ένα οικογενειακό υπερυψωμένο αυτοκίνητο. Παρότι ξεπερνά τους δύο τόνους, οι κλίσεις δεν «ξεφεύγουν», το αυτοκίνητο «κρύβει» έντεχνα το βάρος του στις αλλαγές κατεύθυνσης και γενικά πατάει με σιγουριά.
Το τιμόνι από την πλευρά του παρότι ικανοποιεί σε βάρος, χάνει σε πληροφόρηση σε γρήγορες και άμεσες εναλλαγές στροφών, δείχνοντας και πάλι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα οικογενειακό αυτοκίνητο μεγάλων αποστάσεων.
Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και στο ταξίδι, εκεί όπου το G6 ξεδιπλώνει ένα από τα μεγάλα ατού του, την ησυχία. Οι αεροδυναμικοί ήχοι είναι ελάχιστοι, όπως κι ο θόρυβος κύλισης, κάτι που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην ειδική ηχομονωτική στρώση που έχουν τα παράθυμα. Η καμπίνα παραμένει άνετη για τους επιβάτες, τα καθίσματα δεν κουράζουν, το αυτοκίνητο είναι ευθύβολο και η ποιότητα κύλισης είναι υψηλή, μετατρέποντάς το σε ιδανικό για μεγάλες αποστάσεις, ειδικά αν συνυπολογίσεις ότι η φόρτισή του μπορεί να γίνει... αστραπιαία.
Εκεί που το G6 παίρνει επίσης αρκετούς πόντους είναι στα συστήματα υποβοήθησης. Η πεντάστερη αξιολόγηση στις δοκιμές ασφαλείας του Euro NCAP δεν ήρθε τυχαία, αφού το XPILOT 2.5 προσφέρει μια πλήρη σουίτα συστημάτων που ενισχύονται από την αρχιτεκτονική XPENG Full-Stack LOFIC και το σύστημα αισθητήρων, το οποίο μπορεί να αναγνωρίσει και να διακρίνει 49 (!) διαφορετικούς τύπους εμποδίων.
Μεταξύ άλλων υπάρχουν προσαρμοζόμενο cruise control, διατήρηση οχήματος στο κέντρο της λωρίδας και έκτακτη υποβοήθηση διατήρησης, αναγνώριση σημάτων και αυτόματο φρενάρισμα έκτακτης ανάγκης, blind spot, ειδοποίηση κάθετης κίνησης στην οπισθοπορεία και ένα πακέτο βοηθημάτων στάθμευσης που βοηθούν αποτελεσματικά στην πόλη, όπως είναι η ενισχυμένη αυτόματη υποβοήθηση στάθμευσης και η αυτόματη έξοδο από θέση πάρκινγκ.
Στο διά ταύτα
Το XPeng G6 AWD Performance έχει χώρους, ποιότητα, τεχνολογία, ισχύ και κυρίως φόρτιση που σήμερα λίγα ηλεκτρικά μπορούν να ανταγωνιστούν. Ταυτόχρονα η οδηγική αίσθηση δεν πέφτει σε safe mode, αλλά βρίσκεται σε ικανοποιητικά υψηλό επίπεδο για αυτό που θέλει να είναι το αυτοκίνητο.
Όσον αφορά στο κόστος απόκτησης, το XPeng G6 ξεκινάει από τα 41.990 ευρώ με τις προωθητικές ενέργειες της εταιρείας χωρίς όμως να υπολογίζεται η κρατική επιδότηση των 3.000 ευρώ, με την κορυφαία έκδοση που είχαμε στην κατοχή μας να βρίσκεται στα 50.990 ευρώ. Τιμή η οποία είναι ανταγωνιστική σε σχέση με τα υπόλοιπα αντίστοιχα μοντέλα της αγοράς και την τεχνολογία που ενσωματώνει, δείχνοντας την στρατηγική της εταιρείας να προσφέρει μοντέλα όχι απλά σαν εναλλακτικές αλλά σαν βασικές προτάσεις.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: XPeng G6 Long Range Pro Performance AWD
- Εμπρός κινητήρας: ηλεκτρικός, 296 ίπποι (218 kW), 440 Nm
- Πίσω κινητήρας: ηλεκτρικός, 190 ίπποι (230 kW), 220 Nm
- Συνδυαστική απόδοση: 487 ίπποι , 660 Nm
- Μετάδοση: Αυτόματο κιβώτιο 1 σχέσης, στους τέσσερις τροχούς
- Xωρητικότητα μπαταρίας: 80,8 kWh
- Επιδόσεις: 4,1 δλ. 0-100 χλμ./ώρα, 202 χλμ./ώρα τελική ταχύτητα
- Κατανάλωση-Εκπομπές CO2: 18,40 kWh/100 χλμ., 0 γρ./χλμ.
- Αυτονομία: Έως 510 χλμ.
- Διαστάσεις (Μήκος/Πλάτος/Ύψος): 4.758/1.920/1.650 χλστ., 2.890 χλστ. μεταξόνιο
- Βάρος: 2.220 κιλά
- Χώρος αποσκευών: 571-1.374 λίτρα
- Τιμή-Τέλη κυκλοφορίας: Από 50.990 ευρώ / 0 ευρώ